Δήμος Πωγωνίου

×

Μήνυμα

Failed loading XML...

Άνω Παρακάλαμος Πωγωνίου

Ένα blog αφιερωμένο στο μικρό αυτό χωριό των Ιωαννίνων...

  1. Με αφορμή αυτή τη φράση που έχει μείνει ανεξίτηλη στο μυαλό μου, επανέρχομαι μετά από πολύ καιρό (Δυστυχώς λόγω έλλειψης θεμάτων, μιας και ο χρόνος και οι συνθήκες δε μου το επιτρέπουν να περνάω αρκετό χρόνο στο χωριό...), για να μοιραστώ μαζί σας μια από τις πιο συγκινητικές στιγμές που έζησα μέχρι τώρα.

    Η ώρα είναι 02:00, μετά απο ένα όμορφο γλέντι, γεμάτο χαρά και συγκίνηση, έχουμε μαζευτεί στο σπίτι και ο Χρήστος ο Χαλιγιάννης με την κομπανία του μας κρατάει συντροφιά... Ή μάλλον, συμμετέχει ενεργά στο "κουκλοθέατρο" που έχει στηθεί με μαριονέτες τις ψυχές μας.. Τα τραγούδια του, πολλά από αυτά δημιουργήματα των αυτοδίδακτων Χαλιγιαννέων, μιλάνε στην ψυχή, όχι μόνο αυτών που ήταν εκεί. Ταξιδεύουν πίσω στον χρόνο και μιλάν στην ψυχή των ανθρώπων που ήθελα να είναι εκεί, μαζί μου,  εκείνη την ξεχωριστή ημέρα για μένα. Μιλάνε στην ψυχή όλων αυτών που έχουν ξεχάσει την χαρά και τη ξαναβρίσκουν στο άκουσμα του κλαρίνου... Αυτών για τους οπόιους οι τρύπες του κλαρίνου είναι παράθυρα στο παρελθόν που έζησαν και λησμονούν... Αυτών που νιώθουν την ψυχή τους πονεμένη χωρίς καν να φταίνε...

    Εκείνες τις στγμές, ένιωθα ότι όλοι είναι εκεί μαζί μου. Πρώτοι απ'όλους οι παππούδες μου, που ήξερα ότι με έβλεπαν από ψηλά και χαίρονταν με τη χαρά μου.. Εκεί ήταν όλη η ιστορία του Πωγωνίσιου λαού : Οι μάνες που χαιρετούσαν τα παιδιά για να παν στα ξένα με "δάκρυα καυτερά που καίνε το μαντήλι" και καρτερούσαν να γυρίσουν πίσω το καλοκαίρι, οι πατεράδες με τον καημό για το παιδί τους που δε θα ξαναγυρίσει (".....Την πόρτα θαβρεις σφαλιστή, σκαλιά χορταριασμένα, όλα θα είναι έρημα, θα χάσκουν γκρεμισμένα.... Ίσως με χρόνους, αν θαρθεις ποιός θα σε καρτερέσει; Το φτωχικό σπιτάκι μας κι εκείνο θα έχει πέσει...." - Σπύρος Μήτσης - Κυρίτσης από Κτίσματα Πωγωνίου ), όλοι οι άνθρωποι σαν εμένα, που πονάν όταν βλέπουν τα χωριά τους να ερημώνουν μέρα με τη μέρα ("Μα τώρα όλα αλλάξανε, η ερημιά φουντώνει, φόβοι και πίκρα και καημός, ολημερίς μας ζώνει..." - "Γέροι μονάχα και γερόντισσες απόμειναν, για να φυλάγουν τα πέτρινα κουφάρι τα όσια τα ιερά, να μνημονεύουν τους νεκρούς, να καρτερούν τους ζωντανούς" (Στίχοι από το ποίημα "Το χωριό μου" του Παναγιώτη Κύρκου από το Βασιλικό Πωγωνίου)..

    Το "μεγάλο" κλαρίνο του Χρήστου μας χώρεσε όλους μας εκείνη τη στιγμή. Και όταν ακούστηκε η "Αλβανία", σαν κάτι μαγικό, όλα τα συναισθήματα μετατράπηκαν σε δάκρυα, τα οποία συνήθως προτιμάς να κρύψεις, αλλά εκείνη τη στιγμή δεν το κάνεις, γιατί δε θέλεις να χαλάσεις τη μαγεία της στιγμής και επειδή ξέρεις ότι όλοι γύρω σου κάνουν το ίδιο... Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, παραδίδεις την ψυχή σου στο κλαρίνο και ξέρεις ότι θα της φερθεί όπως της αρμόζει. Τα μάτια του Χρήστου δεν κοιτάζουν κάν το κλαρίνο. Κοιτάζουν κάτω, στο χώμα και μετά στρέφονται σε σένα σα να σου λένε "Άστο σε μένα, ξέρω που θα σε πάω....". Δε σου μιλάει καθόλου, σε αφήνει να το καταλάβεις από τις νότες με παράπονο που εκείνη τη στιγμή βγαίνουν από το κλαρίνο του.

    Και αφού ξέρω ότι "τα γραμμένα μένουν", το παρακάτω βίντεο είναι αφιερωμένο στους γονείς μου και τα αδέρφια μου, που όσα και να πω για αυτούς πάντα θα είναι λίγο, στους θείους μου που μου επέτρεψαν να ζήσω αυτή τη στιγμή και σε αυτούς που μου έκαναν την τιμή και βρέθηκαν εκείνο το βράδυ στο χωριό και χάρηκαν με τη χαρά μου.

    Τέλος, δε μπορώ να μην ευχαριστήσω τους Χαλιγιανναίους και κυρίως το Χρήστο, που, αν και είδε "μάτι να κλαίει", δεν το έκοψε....


  2. Μπήκε ο Σεπτέμβριος και τα πρωτοβρόχια θα έχουν ήδη κάνει την εμφάνισή τους στο χωριό... Το Μπουρλόγκο, η Ψηλοτέρα, το Σώσινο και στο βάθος ο Κασιδιάρης έχουν ήδη ξεκινήσει να φορούν τα φθινοπωρινά τους χρώματα και τα χελιδόνια στα Σάδια "μαζεύουν" τα πράγματα τους, ετοιμάζοντας το μεγάλο τους ταξίδι και δίνοντας ραντεβού για την επόμενη χρονιά....



    Πάντα η περίοδος αυτή σηματοδοτούσε τις τελευταίες μέρες των διακοπών μου στο χωριό. Τα συναισθήματα ανάμεικτα : Από τη μια, νοσταλγία για τις όμορφες στιγμές που πέρασα με την οικογένεια και τους φίλους, κάποιους από τους οποίους περίμενα και ένα χρόνο για να τους δω ξανά... Από την άλλη, η ανυπομονησία και η χαρά για το γεγονός ότι μια νέα (σχολική τότε) χρονιά ξεκινά, με νέες εμπειρίες και νέες δοκιμασίες. Σίγουρα όμως υπερίσχυε πάντα το αρνητικό συναίσθημα, το οποίο ευτυχώς (για μένα) νιώθω και τώρα που μεγάλωσα και δεν απολαμβάνω το χωριό όπως παλαιότερα.



    Αρνητικό γιατί το χωριό το φθινόπωρο αποκτά μια άλλη, ξεχωριστή χροιά για αυτόν που τη "βλέπει". Η φύση, αλλά και οι ίδιοι οι χωριανοί προετοιμάζονται για την έλευση του χειμώνα. Τα ξύλα έχουν ήδη κοπεί και μαζευτεί επιμελώς στις αυλές των σπιτιών, ως τα απαραίτητα εφόδια για την αντιμετώπιση του κρύου. Κάποιες καμινάδες έχουν αρχίσει σιγά σιγά να καπνίζουν και η μυρωδιά του καμένου ξύλου σε προκαλεί να ανάψεις το τζάκι και να απολαύσεις ένα πόντζι με καλή παρέα.



    Σε λίγες μέρες θα αρχίσει να ακούγεται το "τσικ-τσικ" του Κοκκινολαίμη, ο οποίος σηματοδοτεί και επίσημα την έναρξη του φθινοπώρου. Τότε που τα ρόδια "ανοίγουν" και οι κατακόκκινοι καρποί τους δίνουν μια όμορφη πινελιά στον κήπο. Τότε που τα λαίμαργα στεφανάκια θα "σπάνε" με τα τιτιβίσματά τους τη μουντάδα και την ησυχία του φθινοπώρου στον Άνω Παρακάλαμο. Τότε έφτανε η στιγμή που συνήθιζα να κάνω την πρώτη διερευνητική βόλτα στο στενό του Χατζή, εξετάζοντας προσεκτικά τις μελικοκκιές, αν είναι "φορτωμένες" και αν τα κισσάρια έχουν αρκετούς καρπούς για να φιλοξενήσουν τους φτερωτούς επισκέπτες μας το χειμώνα.
    Και τότε ακριβώς ξεκινούσαν και οι κυνηγετικές ιστορίες των παλαιότερων κυνηγών που πάντα με συνάρπαζαν... Δύσκολοι λαγοί, κοτσύφια στο καταχείμωνο, τσίχλες με αεροβόλο, όλες τους είχαν τη "μαγεία" τους και με ταξίδευαν, με ταξιδεύουν ακόμη. Με αυτές τις ιστορίες λοιπόν, μάζευα σιγά σιγά τα πράγματα μου και γυρνούσα στην πόλη, έχοντας πάντα, ακόμη και τώρα, το μυαλό μου και την καρδιά μου πίσω στο χωριό και περιμένοντας τη στιγμή που θα γυρίσω εκεί, έστω για το Σαββατοκύριακο, για να καλωσορίσω και εγώ τον Κοκκινολαίμη....

    Υ.Γ. : Δε θα ξεχάσω ποτέ την ιστορία με τη μπεκάτσα που είχες βάλει στο καπέλο, που "ξαναζωντάνεψε" και σου έφυγε, όπως χαρακτηριστικά μου έλεγες.  Όπως σου έφυγε, έτσι ξαφνικά και αναπάντεχα, έφυγες κι εσύ... Ξέρω όμως ότι θα είσαι πάντα εκεί, περιμένοντας να έρθουν τα κοτσύφια, να πάρεις το δίκαννο και να κατέβεις στα χειμάδια του Μανούρη... Αυτό περίμενες πάντα, όπως μου έλεγες συνέχεια, χιόνι και κοτσύφια...
    Καλά κυνήγια εκεί πάνω....

  3. Σάββατο 19 Γενάρη 2013. Πρωινό ξύπνημα σε κατάλευκο τοπίο... Το χιόνι έπεφτε πυκνό καθ’όλη τη διάρκεια της νύχτας, καλύπτοντας τα πάντα με ένα όμορφο πέπλο. Ένας κότσυφας έψαχνε απεγνωσμένα λίγο φαγητό στις ακάλυπτες από το χιόνι ρίζες ενός κέδρου. «Ωραία», σκέφτηκα, «Μπόλικο χιόνι, τα κισσάρια γεμάτα καρπούς, Σάββατο χωρίς δουλειά, μουντό πρωινό». Οι καλύτερες συνθήκες για ένα ωραίο κυνήγι και για να απολαύσεις ένα «βουβό» χειμωνιάτικο πρωινό στο βουνό!!


    Αμέσως λοιπόν σκέφτηκα να βάλω τα ζεστά μου ρούχα και να φροντίσω τα υπόλοιπα σύνεργα.... Εκείνη ακριβώς τη στιγμή συνειδητοποίησα ότι τα αγαπημένα μου κυνηγοτόπια είναι 2500 χιλιόμετρα μακριά... Και η σκέψη αυτή δεν ήταν καθόλου ευχάριστη... Γιατί απλά ήμουν σε μια άλλη χώρα, φανταστική κατά τα άλλα χώρα, έχοντας τη δουλειά μου, καταφέροντας να ξεφύγω από αυτή την κρίση και την ανεργία που έχει ξεριζώσει τα όνειρα πολλών νέων στη χώρα μας.

    Αλλά πέρα από τα υπόλοιπα ομολογουμένως καλά που έχει αυτή η χώρα, είναι αυτά τα «μικρά», αυτές οι σκέψεις του δευτερολέπτου, αυτές οι στιγμές που θέλεις να ζήσεις για λίγο, που σου διατηρούν αυτή τη νοσταλγία. Και δυστυχώς είναι πολλές.... Και μου αρέσει που αναφέρομαι σε αυτές, χωρίς να επιθυμώ να κατηγορηθώ ως αχάριστος, γιατί δεν ήμουν και δε θα είμαι. Αλλά αυτές τις στιγμές είναι που μου υπενθυμίζουν ότι στη ζωή πάντα κάτι θα κερδίσεις, αλλά ταυτόχρονα κάτι θα χάσεις. Έχω καεδίσει μια δουλειά, μια πολύ όμορφη ζωή σε ένα γραφικό χωριό στην καρδιά της  Αγγλίας αλλά έχασα αυτές τις στιγμές που παλαιότερα περίμενα πως και πως να ζήσω και τώρα ξέρω ότι είναι πλέον δύσκολο να τις ζήσω, η τουλάχιστον θα πρέπει να περιμένω πολύ περισσότερο για να τις ζήσω.

                                         

    Ξέρω όμως ότι τα κισσάρια στο χωριό μου είναι γεμάτα καρπούς, τα όμορφια τοπία είναι και θα είναι εκεί και επίσης ξέρω ότι πάντοτε θα κλέβω λίγο από το χρόνο μου για να βρίσκομαι ανάμεσα τους, στο δικό μου «παράδεισο»...


  4. Όπως κάθε καλοκαίρι, έτσι και φέτος, το χωριό μας γέμισε με γνωστούς και άγνωστους επισκέπτες που το επέλεξαν για τις καλοκαιρινές μου διακοπές. Το σκηνικό άλλαξε και το χωριό απέκτησε τη χαμένη ζωντάνια του. Τα "Σάδια" γέμισαν από μικρά παιδιά, τα οποία βρήκαν την ευκαιρία να έρθουν σε επαφή με τη φύση. Αλλά δεν ήταν μόνο αυτά... Όλοι, μικροί-μεγάλοι, περίμεναν πως και πως να περάσουν αυτές τις μέρες στο χωριό, κοντά στη φύση... Αυτό το καλοκαίρι μου άρεσε :

    Γιατί βρήκα την ευκαιρία να κάνω την πρωινή μου βόλτα στα όμορφα μέρη μας, χωρίς να κουβαλάω μαζί μου ρολόι και κινητό...


    Γιατί το χωριό για μένα είναι σαν 10.000.000 ηρεμιστικά...


    Γιατί είδα παλιούς φίλους οι οποίοι έχουν μείνει οι ίδιοι, καλοί φίλοι που ήξερα....



    Γιατί ξύπνησα με ήχους τζιτζικιών και όχι με το ξυπνητήρι ή με κορναρίσματα....

    Γιατί με πήρε ο ύπνος βλέποντας τα αστέρια και όχι την τηλεόραση...

    Γιατί ανέπνευσα καθαρό αέρα...



    Γιατί δεν μπήκα στο ίντερνετ για να μάθω τις κινήσεις των πολιτικών μαριονετών στο στημένο κουκλοθέατρο που λέγεται Ελληνική οικονομία....

    Γιατί με χαρά μου είδα το καινούργιο υπόστεγο και κατάλαβα ότι κάποιος νοιάζεται έστω και λίγο...

    Γιατί τα μόνα σχεδόν αυτοκίνητα που κυκλοφορούσαν ήταν του γαλατά και του μανάβη...

    Γιατί τα παιδιά έπαιζαν ελεύθερα...

    Γιατί η μόνη μου διασκέδαση ήταν το πανηγύρι, όπως ήταν κάποτε...

    Γιατί πήγα για κυνήγι με το αεροβόλο....

    Γιατί όταν έφυγα δάκρυσα...

    Τέλος μου άρεσε το χωριό, γιατί δεν το χόρτασα και αν μπορούσα θα τα άφηνα όλα για να ξαναπάω....



    Ευχόμαστε σε όλους καλό χειμώνα με υγεία και να ανταμώσουμε του χρόνου πάλι στο χωριό...

  5.             Η νοσταλγία για το χωριό κάποιες φορές σε κάνει να προσπαθείς να φέρεις κοντά σου τις πιο φρέσκιες, αν όχι τις πιο δυνατές, μνήμες από αυτό.... Το Πάσχα λοιπόν, βρέθηκα για κάποιες μέρες στο χωριό, όπου απόλαυσα όλη αυτή την προσπάθεια της φύσης να επιβληθεί στο "κατεστημένο" που δημιούργησε ο σκληρός Χειμώνας που προηγήθηκε (ένας από τους σκληρότερους της δεκαετίας όπως μου είπαν οι ντόπιοι). Η φύση ήταν υπέροχη, αν και ο καιρός ήταν αρκετά αγριεμένος. Η βροχή ασταμάτητη, ήταν σαν να προσπαθούσε να κρατήσει με νύχια και με δόντια τις τελευταίες "ανάσες" του Χειμώνα. Μια παύση της βροχής ήταν αρκετή για να ξεπορτίσω και να βγάλω κάποιες φωτογραφίες. Το παρακάτω ποίημα του Ηπειρώτη ποιητή Κώστα Κρυστάλλη , "ντυμένο" με φωτογραφίες του χωριού από το Πάσχα, το αφιερώνω σε  όλους όσους νοσταλγούν το χωριό και ξέρω ότι είναι πολλοί....


    Από μικρό κι απ' άφαντο πουλάκι, σταυραητέ μου,
    παίρνεις κορμί με τον καιρό και δύναμη κι αγέρα
    κι απλώνεις πήχες τα φτερά και πιθαμές τα νύχια
    και μεσ' στα σύγνεφα πετάς, μεσ' στα βουνά ανεμίζεις
    φωλιάζεις μεσ' στα κράκουρα, συχνομιλάς με τάστρα,
    με την βροντή ερωτεύεσαι, κι απιδρομάς και παίζεις
    με τάγρια αστροπέλεκα και βασιλιάν σε κράζουν
    του κάμπου τα πετούμενα και του βουνού οι πετρίτες.


    Έτσι εγεννήθηκε μικρός κι ο πόθος μου στα στήθη,
    κι απ' άφαντο κι απ' άπλερο πουλάκι σταυραητέ μου,
    μεγάλωσε, πήρε φτερά, πήρε κορμί και νύχια
    και μου ματώνει την καρδιά, τα σωθικά μου σκίζει
    κι έγινε τώρα ο πόθος μου αητός, στοιχειό και δράκος
    κι εφώλιασε βαθιά - βαθιά μεσ' στ' άσαρκο κορμί μου
    και τρώει κρυφά τα σπλάχνα μου, κουφοβοσκάει την νιότη.



    Μπεζέρισα να περπατώ στου κάμπου τα λιοβόρια.
    Θέλω τ' αψήλου ν' ανεβώ ν' αράξω θέλω, αητέ μου,
    μέσ' στην παλιά μου κατοικιά, στην πρώτη τη φωλιά μου,
    Θέλω ν' αράξω στα βουνά, θέλω να ζάω μ' εσένα.
    Θέλω τ' ανήμερο καπρί, τ' αρκούδι, το πλατόνι,
    καθημερνή μου κι ακριβή να τάχω συντροφιά μου.
    Κάθε βραδούλα, καθε αυγή, θέλω το κρύο τ' αγέρι
    νάρχεται από την λαγκαδιά, σαν μάνα, σαν αδέρφι
    να μου χαϊδεύει τα μαλλιά και τ' ανοιχτά μου στήθη.


    Θέλω η βρυσούλα, η ρεματιά, παλιές γλυκές μου αγάπες
    να μου προσφέρνουν γιατρικό τ' αθάνατα νερά τους.
    Θέλω του λόγγου τα πουλιά με τον κελαϊδισμό τους
    να με κοιμίζουν το βραδύ, να με ξυπνούν το τάχυ.
    Και θέλω νάχω στρώμα μου νάχω και σκέπασμά μου
    το καλοκαίρι τα κλαδιά και τον χειμώ τα χιόνια.
    Κλωνάρια απ' αγριοπρίναρα, φουρκάλες από ελάτια
    θέλω να στρώνω στοιβανιές κι απάνου να πλαγιάζω,
    ν' ακούω τον ήχο της βροχής και να γλυκοκοιμιέμαι.



    Από ημερόδεντρον αητέ, θέλω να τρώω βαλάνια,
    θέλω να τρώω τυρί αλαφιού και γάλα απ' άγριο γίδι.
    Θέλω ν' ακούω τριγύρω μου πεύκα κι οξιές να σκούζουν,
    θέλω να περπατώ γκρεμούς, ραϊδιά, ψηλά στεφάνια,
    θέλω κρεμάμενα νερά δεξιά ζερβιά να βλέπω.
    Θέλω ν' ακούω τα νύχια σου να τα τροχάς στα βράχια,
    ν' ακούω την άγρια σου κραυγή, τον ίσκιο σου να βλέπω.



    Θέλω, μα δεν έχω φτερά, δεν έχω κλαπατάρια,
    και τυραννιέμαι, και πονώ, και σβυιέμαι νύχτα μέρα.
    Παρακαλώ σε, σταυραητέ, για χαμηλώσου ολίγο
    και δως μου τες φτερούγες σου και πάρε με μαζί σου,
    πάρε με απάνου στα βουνά, τι θα με φάη ο κάμπος!



Βρίσκεστε εδώ: Home Ροές ειδήσεων Σύλογοι - Αδελφότητες Άνω Παρακάλαμος Πωγωνίου