Δήμος Πωγωνίου

Διαχειριστής

Διαχειριστής

Παρασκευή, 18 Φεβρουαρίου 2011 19:05

Δολό


Το Δολό Ιωαννίνων είναι ένα από τα σαράντα χωριά που ανήκουν στα Πωγωνοχώρια, χτισμένο σε υψόμετρο 800μ. στο όρος Κουτσόκρανο. Βρίσκεται δίπλα στο φαράγγι του Κουβαρά, μία περιοχή ιδιαίτερου φυσικού κάλλους, ιδανική για τους λάτρεις του περιπατητικού τουρισμού. Το Δολό αποτελεί σήμερα μέρος της Διευρυμένης Κοινότητας Πωγωνιανής, η οποία αποτελείται από τα χωριά Πωγωνιανή Ιωαννίνων, Δρυμάδες, Στραβοσκιάδι.
Το Δολό, στην επαρχία Πωγωνίου, ακολουθεί τις μακραίωνες περιπέτειες και την ιστορία της περιοχής, η οποία εξακολουθεί να παραμένει στην λήθη. Μέσα από τα σκόρπια υπολείμματα πασχίζουμε να ανιχνεύσουμε το παρελθόν και να συνθέσουμε το μωσαϊκό του τόπου, που δοκιμάστηκε απ’ την παλίρροια και την άμπωτη της ιστορίας.
Το Δολό περικλείεται από Βορρά από τον γυμνό όγκο της Νεμέρτσικας και από Δυτικά από το δασωμένο βουνό Μπόζοβο.(Πωγωνάτο) Στα Ανατολικά του χωριού υψώνεται το χαμηλό βουνό Κουτσόκρανο και στα νότια το χωριό Φαράγγι και Σταυροδρόμι.
Για την πρώτη εγκατάσταση των κατοίκων, μόνο σε απηχήσεις παραδόσεων στηριζόμαστε, γιατί λείπουν οι πηγές. Ο Σπ. Στoύπης, που στηρίχτηκε σε στοιχεία του Δολιώτη Γρηγόρη Κολέφα, λέει ότι ο οικισμός ιδρύθηκε μάλλον στα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Πριν από την κατάκτηση του Πωγωνίου από τους Τούρκους, ήταν ένας πρόχειρος οικισμός, αποτελούμενος από οικογένειες της ίδιας πατριάς(σόγια) που ασχολούνταν με την κτηνοτροφία. Ίσως ο οικισμός αυτός να συγκροτήθηκε στις αρχές του 7ου αιώνα μ.χ. Το πρώτο όνομα του χωριού ήταν Δέλη.
Μετά τις Σλαβικές επιδρομές μετονομάστηκε σε Δολό. Σημαίνει μέρος χαμηλό, το κάτω μέρος του ορεινού συγκροτήματος Κουτσόκρανο, στην πιο ψηλή κορυφή του οποίου βρίσκεται ο ναΐσκος του Αγίου Χριστοφόρου, προστάτη του χωριού.
Ίσως ο πρώτος οικισμός να είχε ιδρυθεί στην σημερινή θέση «χαλάσματα», η οποία μαζί με τα «παρακάτωνα», αποτελούσε ισόπεδη έκταση πριν πάθει καθίζηση. Από μία άλλη παράδοση, η οποία ελέγχεται, μαθαίνουμε ότι οι πρώτες οικογένειας ήταν Μακεδόνες από τα χωριά Ντόλο (βυθός) και Ζιουπάνι (Πεντάλοφος) και από άλλα χωριά της Δυτικής Μακεδονίας. Κάτοικοι των περιοχών αυτών για να αποφύγουνε τις ληστρικές επιδρομές μετοίκησαν στην Ήπειρο. Ήταν κτηνοτρόφοι και εγκαταστάθηκαν σε όλη την περιφέρεια του σημερινού Δολού και της Πωγωνιανής, για να εξασφαλίσουν ασφαλές μέρος για τις οικογένειές τους και τα ζωντανά τους. Ο χρόνος της μετοίκησης δεν προσδιορίζεται. Μάλλον πρέπει να ανάγεται στην 9η ή 10η εκατονταετηρίδα. Η έλλειψη μαρτυριών μας αναγκάζει να καταφύγουμε σε θρύλους και παραδόσεις για να φτάσουμε στο 1030, όπου στον πίνακα δωρητών Μονής Μολυβδοσκεπάστου (1030, (έτους ζλ(1030)εν μηνοΐ Δεκεμβρίου ‘α) αναφέρεται το Δολό: «χώρας Δολώ- Γεωργίου Κυράτζα».
Ακολουθώντας ένα χρονικό του Δολού, οδηγούμαστε χρονολογικά ως εξής:
  1. Γύρω στα 1343 με 1345 εμφανίζεται στην περιοχή η πανούκλα. Από την επιδημία της πανούκλας αποδεκατίστηκαν οι περισσότερες οικογένειες. Τα 2/3 των κατοίκων πέθαναν. Όσοι επέζησαν συγκεντρώθηκαν και κατοίκησαν στην σημερινή θέση του χωριού.
  2. Γύρο στα 1550 μουσουλμανικές οικογένειες εγκαταστάθηκαν στην Βοστίνα και άρπαξαν τιε περιουσίες των χριστιανών, οι οποίοι έγιναν τσιφτήδες.
  3. Στα 1750 ο Κουρτ-Πασάς του Βερατίου καταγράφει τους χριστιανούς του Δολού και το κάνει τσιφλίκι του.
  4. Το 1778 μετά την ήττα του Κουρτ-Πασά από τα στρατεύματα του Αγή-Πασά, το χωριό γίνεται τσιφλίκι του Αγή-Πασά και το δωρίζει στον Δερβίς-Χασαν (από το Μαλέσοβο), αρχιστράτηγό του, για να τον τιμήσει για την μεγάλη νίκη κατά του Κουρτ-Πασά.
  5. Η τσιφλικοποίηση του Δολού ήταν μεγάλο βάσανο για τους Δολιώτες που προσπαθούσαν να βρουν την ευκαιρία για να εξαγοράσουν το χωριό. Για τον σκοπό αυτόν εργάστηκαν ντόπιοι και ταξιδεμένοι Δολιώτες και εξαγόρασαν το χωριό το 1856 για 10.000 χρυσές λίρες. Με την εξαγορά του απαλλάχτηκαν οι Δολιώτες από τους μπέηδες και τους αγάδες. Το χωριό άνθισε πολιτιστικά και οικονομικά και έγινε κεφαλοχώρι. Ήταν το αρχοντοχώρι του Πωγωνίου με πολυμελείς οικογένειες. Στα πικρά χρόνια του «Τούρκικου» αποτελούσε όαση για την περιοχή.
 
Οι ταξιδεμένοι Δολιώτες, κυρίως στην Κωνσταντινούπολη και αργότερα στην Αμερική, εκτός από την φροντίδα για τις οικογένειές τους στο χωριό, φρόντιζαν και για τα χωριατικά θέματα. Όλοι πρόσφεραν τον οβολό τους. Βοηθούσαν στην ίδρυση και συντήρηση σχολείων και εκκλησιών, στην αμοιβή δασκάλων, στην κατασκευή δρόμων και περίθαλψη ενδεών. Το Δολό έχει να παρουσιάσει πλειάδα ανθρώπων που διέπρεψαν στα γράμματα και τις τέχνες: Δασκάλους, ιερείς, γιατρούς, καθηγητές, επιχειρηματίες και άλλους επαγγελματίες.
[Κείμενα: Νίκου Θ. Υφαντή]

Κεντρική Εκκλησία

Η ανέγερση της κεντρικής εκκλησίας προς τιμή του Αγίου Νικολάου έγινε το 1814. Στη θέση της σημερινής εκκλησίας υπάρχουν σημάδια παλιών μνημάτων. Χτίστηκε στη θέση παλιότερης εκκλησίας, την οποία το 1740 τη μεγάλωσαν. Η οικοδομή έγινε λίθινη, στέρεη με μικρά παράθυρα. Εσωτερικά χωρίζεται στο Άγιο Βήμα, ανδρωνίτη και γυναικωνίτη.

Σχολεία

Γύρω στα 1760 μπορούμε να υπολογίσουμε την ύπαρξη δασκάλου στο Δολό, τον Παπά-Μπέλλο, ο οποίος γνώριζε γραφή και ανάγνωση και δίδασκε στον νάρθηκα της πρώτης εκκλησίας. Το 1824 χτίστηκε το πρώτο σχολικό κτίριο πάνω απο την εκκλησία. Το 1848 χτίστηκε δίπλα μεγαλύτερο κτίριο. Το 1874 με 1880 χτίστηκε παραπλέυρως νέο διόροφο κτίριο. Το 1886 φοιτούσαν στο σχολείο 70-80 αγόρια και κορίτσια.

Γεφύρι Νοννούλως

Βρίσκεται στην αρχή της χαράδρας Κουβαρά, δίπλα στον παλιό νερόμυλο. Αρχικά το γεφύρι ήταν ξύλινο και το 1908 χτίστηκε στη θέση του καινούργιο πέτρινι ύστερα απο την προσφορά της γιαγιάς Νοννούλως.

Γεφύρι Δολού

Πέτρινο Γεφύρι με άνοιγμα 15 μέτρων στο βάθος της χαράδρας Κουβαρά, από όπου περνάει το μονοπάτι που συνδέει το Δολό με την Πωγωνιαννή.



[Πηγή και επιπλέον πληροφορίες στην ιστοσελίδα http://www.dolo.gr]

Παρασκευή, 18 Φεβρουαρίου 2011 18:59

Πωγωνιαννή (Βοστίνα)

Πρώτη εγκατάσταση

Είναι δύσκολο να καθοριστεί η πρώτη εγκατάσταση των κατοίκων στην περιοχή, γιατί λείπουν παντελώς μαρτυρίες. Παραδίνεται ότι οι πρώτοι κάτοικοι ήταν εκείνοι που εγκαταστάθηκαν σε όλη την έκταση του σημερινού οικισμού της Πωγωνιανής. Οι περισσότερες οικογένειες εγκαταστάθηκαν ομαδικά από την «μεγάλη ράχη» και κάτω και συγκρότησαν τους τέσσερις συνοικισμούς : Τις Αυλές, την Ομαλή, το Τούροβο, και το Κόπανο. Οι συνοικισμοί αυτοί σχηματίστηκαν ο ένας κοντά στον άλλο για λόγους ασφαλείας και διατηρήθηκαν μέχρι και τον 14ο αιώνα. Για τις θρησκευτικές τους ανάγκες είχαν χτίσει και δύο εκκλησίες. Η μία, όπως παραδοσιακά διασώθηκε, τιμώνταν στο όνομα της Αγίας Αναστασίας και η άλλη επ’ ονόματι αγνώστου Αγίου. Και από τις δύο εκκλησίες διακρίνονται ίχνη θεμελίων ανάμεσα από πολυετείς βελανιδιές.

Στα 1343 -1345 κάνει την εμφάνισή της η φοβερή αρρώστια πανώλη (πανούκλα), η οποία αποδεκάτισε μέσα σε λίγα χρόνια το 1/3 του πληθυσμού της περιοχής. Την τύχη αυτή ακολούθησαν και οι τέσσερις συνοικισμοί. Αρκετοί από όσους επέζησαν μετακινήθηκαν σε νέους οικισμούς. Συγκεντρώθηκαν στο βορειοδυτικό μέρος του χωριού μέχρι το μοναστήρι της Αγίας- Παρασκευής και σχημάτισαν τον συνοικισμό «Ζιουγκλαράτες» που σημαίνει γεωργοί. Οι υπόλοιπες οικογένειες των συνοικισμών μετακινήθηκαν βορειότερα προς την περιοχή της «Θεοτόκου» και ίδρυσαν τον συνοικισμό «Κατούνα» ως τις σημερινές τοποθεσίες Άι-Γιώργης και Σιουμάνο. Στην περιοχή του Άι-Γιώργη βρίσκονται παλαιοχτίσματα που οριοθετούν όχτους χωραφιών. Εκεί έχτισαν και εκκλησία στο όνομα του Αγίου Γεωργίου, για να παρεμποδίζει ο Άγιος Καβαλάρης τον φοβερό δράκο του δάσους στην εξάπλωση της επιδημίας. Η εκκλησία έγινε μοναστήρι με κελιά και βοηθητικούς χώρους για τους προσκυνητές. Αργότερα οι μουσουλμάνοι το μοναστήρι στον Άι-Γιώργη το μετέτρεψαν σε τεκέ, με κτίρια λατρείας, αποθήκες, στέρνα, δωμάτια υποδοχής, κλπ.

Συγκρότηση του οικισμού της Βοστίνας

Στην περιοχή εγκαταστάθηκαν μουσουλμανικές οικογένειες, οι οποίες, όπως ήταν φυσικό, επέφεραν ρήγματα στους τοπικούς χριστιανικούς πληθυσμούς, στους συνοικισμούς Ζιουγκλαράτες και Κατούνα.

Η Βοστίνα, ως ξεχωριστός οικισμός, συγκροτήθηκε μάλλον μετά το 1550, όταν οι Τούρκοι εγκατέστησαν εκεί εξωμότες μουσουλμάνους. Ο Ι. Λαμπρίδης(Ηπειρ. Μελετήματα, Πωγωνιακά) αναφέρει ότι η εγκατάσταση εξισλαμισμένων Αλβανών στη Βοστίνα έγιναν σε δύο κύματα. Το πρώτο στα μέσα το 16ου  αιώνα και το δεύτερο στα μέσα του 17ου αιώνα. Η εξωμότες μουσουλμάνοι που εγκαταστάθηκαν στην Βοστίνα άρπαξαν τις περιουσίες των χριστιανών, οι οποίοι αναγκάστηκαν και πάλι να μετακινηθούν στην περιοχή του Άι-Λια. Τα γεγονότα αυτά συνέβησαν μετά το 1650-1700. Οι μετακινηθέντες κάτοικοι εργάζονταν ως τσιφτήδες (δούλοι) στις υπηρεσίες των Τούρκων μπέηδων και αγάδων. Οι μουσουλμάνοι έχτισαν τέμενος στο κέντρο του οικισμού για τα θρησκευτικά τους καθήκοντα. Ο μιναρές διατηριόταν μέχρι το 1950, οπότε κατέρρευσε.

Πότε και από ποιους πήρε το όνομα «Βοστίνα» είναι άγνωστο. Πολλοί το ερμηνεύουν ως «Βοσκήσιμον τόπον», λόγω των πολλών βοσκοτόπων. Άλλοι το ερμηνεύουν ως «λουλουδότοπο», από τα άφθονα λουλούδια στην περιοχή. Πολλοί υποστηρίζουν ότι προέρχεται από την Τουρκική λέξη «Μπόστι» (=τόπος πληρωμής φόρου). Η Βοστίνα ήταν έδρα που έρχονταν κάτοικοι 83ων χωριών και πλήρωναν φόρους. Από το «Μπόστι» έγινε «Μποστίνα-Βοστίνα».

Έδρα του «Καζά Πωγωνίου» ήταν η Βοστίνα με υποδιοικητή (Μουτεσελίμη), που υπαγόταν στην υποδιοίκηση Αργυροκάστρου. Η Βοστίνα παρέμεινε πρωτεύουσα Πωγωνίου και μετά την απελευθέρωση (1913) ως το 1922, χρονιά που η πρωτεύουσα μεταφέρθηκε στο Δελβινάκι. Το 1928 μετονομάστηκε σε Πωγωνιανή σε ανάμνηση της Παλιάς Πωγωνιανής στη Διπαλίτσα (Μολυβδοσκέπαστο).

Ο κεντρικός ιερός ναός του Αγίου Νικολάου

Σύμφωνα με μία ενθύμηση που υπάρχει στο ναό η θεμελίωση του ναού έγινε τον Νοέμβριο του 1872 και μετά από έναν χρόνο(το Δεκέμβριο του 1973) στην μνήμη του Αγίου, τελέστηκε η πρώτη λειτουργία. Το ξυλόγλυπτο τέμπλο κατασκευάστηκε τον Μάρτιο του 1874, ενώ τα επίσημα εγκαίνια έγιναν αργότερα το 1894. Τα χρήματα για την ανέγερση του ναού και την κατασκευή του τέμπλου προέρχονται από εκδηλώσεις (ζιαφέτια), που πραγματοποιούνταν από τους ταξιδεμένους στην πόλη Βοστινιώτες.

Η ενθύμηση που αντιγράφηκε το 1951 από τον δάσκαλο Αριστοτέλη Ζωΐδη , είναι η εξής : « το έτος 1872 = 6 : Νοεμβρίου ημέρα Δευτέρα ερήχθη το θέμελον του Αγίου Νικολάου της νέας εκκλησίας.

Παπακώστας Χρίστου Τζάτζης

γράφω για θήμηση

Διήρκησε η κατασκευή της εκκλησίας εν έτος η δε αρχή της λυτουργίας έγινεν εις τούτον τον νέον ναόν την 6 δεκεμβρίου 1873 εις του Αγίου την μνήμην ο δε τέμπλος έγινε μετά παρελθόντος τριών μηνών….»

Μετά την απελευθέρωση (1913)

Ιδρύματα Πωγωνιανής

Το 1923 ιδρύθηκε το εθνικό οικοτροφείο αρένων Πωγωνίου (σήμερα Κέντρο Παιδικής Μέριμνας(Κ.Π.Μ.)). Στεγάστηκε στο παλιό Τουρκικό Διοικητήριο για την περίθαλψη προσφυγόπουλων από την Μικρά Ασία και, κυρίως, από τις Αλβανοκρατούμενες περιοχές της Βορείου Ηπείρου. Το κτίριο ανακαινίστηκε και αργότερα προστέθηκε και άλλη πτέρυγα για τις ανάγκες των φιλοξενούμενων μαθητών. Επειδή το κτίριο δεν επαρκούσε για την εξυπηρέτηση των παιδιών, ένας αριθμός παιδιών διέμενε στο σαράι του Τούρκου Ισμαήλ Μπέη(στην Κορυφή του χωριού) που χαρακτηρίστηκε ως «παράρτημα» του εθνικού οικοτροφείου. Το οίκημα αυτό χρησιμοποιήθηκε από τον Φ.Σ.Π. ως γυμνασιακό οικοτροφείο αρένων, από το σχολικό έτος 1934-1935 μέχρι το 1976, οπότε οι μαθητές στεγάστηκαν στην ανεγερθείσα μαθητική εστία. Το Κ.Π.Μ. και σήμερα φιλοξενεί παιδιά από την βόρειο ήπειρο και από άλλες αλβανικές περιοχές.

Γυμνάσιο Πωγωνιανής

Το 1924 ιδρύεται το Γυμνάσιο της Βοστίνας το οποίο άρχισε να λειτουργεί ως τετρατάξιο το σχολικό έτος 1924-1925. Για τη στέγαση του Γυμνασίου χρησιμοποιήθηκε η οικία του Τούρκου Μουχτάρ Σουλεϊμάν. Εκεί στεγάστηκε το «Γυμνάσιο της Βοστίνας», το οποίο με την μετονομασία του χωριού σε «Πωγωνιανή» το 1928 και του Γυμνασίου σε «Γυμνάσιο Πωγωνιανής», στεγαζόταν στο σπίτι του Σουλεϊμάν μέχρι το 1963, οπότε ανεγέρθη το υπάρχον, διδακτήριο και σε αυτό λειτουργεί ως Γυμνάσιο – Λύκειο μέχρι σήμερα.

Το Γυμνάσιο Πωγωνιανής από τότε, με μία ολιγόχρονη διακοπή, λόγω της εσωτερικής ανωμαλίας στη χώρα, συνεχίζει να λειτουργεί και να προσφέρει τις υπηρεσίες του σε παιδιά από όλη την Ήπειρο με το ίδιο εύρος κοινωνικής προέλευσης και καταγωγής. Προπολεμικά το μαθητικό δυναμικό του Γυμνασίου προερχόταν από το χαμένο Ηπειρωτικό τμήμα. Τα τελευταία χρόνια, μετά το 1991, και πάλι παιδιά του ξεκομμένου ελληνισμού αλλά και αλβανόπουλα, από πολλές περιοχές της Αλβανίας, φιλοξενούνται στα ιδρύματα της Πωγωνιανής και φοιτούν στο Γυμνάσιο – Λύκειο. Από το 1963 το λεγόμενο «Παλιό Γυμνάσιο» χρησιμοποιήθηκε από το Φ.Σ.Π. ως γυμνασιακό οικοτροφείο θηλέων μέχρι το 1976, οπότε οι μαθήτριες στεγάστηκαν στην μαθητική εστία.

Μητροπολιτική Σχολή Βοστίνας (Παλιό Δημοτικό Σχολείο)

Στη Βοστίνα λειτουργούσε Σχολαρχείο (Ελληνικό σχολείο). Λειτούργησε μέχρι το 1929, χρονιά που καταργήθηκε γιατί οι μαθητές του απορροφήθηκαν από το Γυμνάσιο. Οι εργασίες ανέγερσης του διδακτηρίου άρχισαν το 1892 και ολοκληρώθηκαν το 1897. Το διδακτήριο χρησιμοποιήθηκε ως δημοτικό σχολείο, μετά την κατάργηση της μητροπολιτικής σχολής, μέχρι το 1964 όταν το σχολείο μεταστεγάστηκε στο νέο διδακτήριο κάτω από την εκκλησία. Σήμερα χρησιμοποιείται ως κατοικία του εφημερίου της Κοινότητας. Η σχολή βρίσκεται δίπλα από τον Ιερό ναό του Αγίου Νικολάου.

Επαγγελματικές σχολές του «ιδρύματος Ι. Λάτση»

Το σχολικό έτος 1992-93 η μαθητική εστία  φιλοξένησε 120 βορειοηπειρωτόπουλα (101 αγόρια και 19 κορίτσια) τα οποία φοιτούσαν στο Γυμνάσιο – Λύκειο Πωγωνιανής. Το 1992 ανακαινίστηκε το κτήριο της μαθητικής εστίας και διαμορφώθηκαν οι χώροι για την λειτουργία των τεχνικών σχολών για επαγγελματική αποκατάσταση των βορειοηπειρωτόπουλων. Η λειτουργία των σχολών άρχισε τον Σεπτέμβριο του 1992 και συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Λειτουργούν τμήματα μηχανικών αυτοκινήτων, ηλεκτρολόγων, ξυλουργών (επιπλοποιών), μεταλλικών κατασκευών και τμήμα κομμωτικής για κορίτσια. Η φοίτηση στις σχολές είναι διετής. Εκτός από μαθήματα ειδίκευσης παρέχονται επιπλέον και γενικά μαθήματα παιδείας και γλώσσας. Στις δύο πτέρυγες της μαθητικής εστίας, στεγάζονται τα αγόρια και τα κορίτσια. Στην Τρίτη πτέρυγα βρίσκονται τα εργαστήρια για την πρακτική εξάσκηση των εκπαιδευόμενων.

Έγραψαν για τη Βοστίνα (Πωγωνιανή)

« Η Βοστίνα, γράφει ο Ι. Λαμπρίδης, (Ηπειρωτικά Μελετήματα, Πωγωνιακά, έτος 1993, σελ. 11) Δ. του Δελβινακίου τρεις ώρας εις τας υπωρείας ιδίου όρους και ύπερθεν της δεξιάς όχθης ομώνυμου ποταμού εις δύο ενορίας διαιρούμενη». Και ο Σπύρος Στούπης γράφει: « Μέσα στα τελευταία βουνά της σημερινής ελληνοαλβανικής μεθορίου ξεπροβάλλει η άλλοτε Βοστίνα… που υπήρξε έδρα του δυτικού τμήματος της περιοχής και σημαντικό εμπορικό κέντρο… Είχε μεγαλοπρεπή εκκλησία, τζαμί, διοικητήριο, σχολεία μουσουλμανικά και ελληνορθοδόξων, 3 ξενώνες και 5 εμπορικά καταστήματα».

(Σπ. Στουπή, Πωγωνιακά και Βεσσανιώτικα, σελ. 97)

Και ο Χρ. Β. Χατζόπουλος (Ηπειρωτικός Αστέρας 1904, σελ. 94-95) γράφει: «Βοστίνα κωμόπολις αριθμούσα περί τας 3.000 πληθυσμόν είναι πρωτεύουσα της Πωγωνιανής, έδρα υποδιοικήσεως. Έχει ωραίον ορίζοντα και γλυκύτατον κλίμα. Διακρίνεται διά τας ωραίας της οικοδομάς, εν αις διαπρέπει ιδία ο εν τω κέντρω ακριβώς της πόλεως ανυψούμενος Ιερός Ναός του Αγίου Νικολάου, εις εκ των καλλιτέρων και μεγαλυτέρων του τμήματος, παρ’ αυτού δε ωραία αυτής Σχολή».

Κείμενα: Νίκου Θ. Υφαντή

Παρασκευή, 18 Φεβρουαρίου 2011 15:28

Ιστορία του Πωγωνίου


Γεωπολιτικά η Επαρχία Πωγωνίου σήμερα κατέχει το βόρειο τμήμα του Νομού Ιωαννίνων. Με την εφαρμογή του νόμου «Καποδίστρια» αποτελείται από τους Δήμους: Δελβινακίου με έδρα το Δελβινάκι, Άνω Πωγωνίου με έδρα το Κεφαλόβρυσο, της Διευρυμένης Κοινότητας Πωγωνιανής με έδρα την Πωγωνιανή και Λάβδανης με έδρα την Λάβδανη. Τμήμα της επαρχίας Πωγωνίου αποτελούμενο από τα χωριά: Σωπική, Σχωριάδες, Πολύτσανη, Τσιάτιστα, Μαυρόγυρο και Χλωμό, βρίσκεται στην Αλβανική επικράτεια και υπάγεται στον Νομό Αργυροκάστρου.
Το Πωγώνι (πάνω και κάτω Πωγώνι και Λάκκα Πωγωνίου) περικλείεται από τον ορεινό όγκο της Νεμέρτσικας στο βορρά, τη Ζαγοριά στα βορειοδυτικά, την Κόνιτσα και το Ζαγόρι στα ανατολικά και τη Δερόπολη και Θεσπρωτία στα νότια.
Κατά τα χρόνια της Τουρκοκρατίας, κατά τους Ιωάννη Λαμπρίδη και Σπύρο Στούπη και Φώτιο Οικονόμου, η περιοχή χωριζόταν στο βόρειο τμήμα, γνωστό ως ’Καραμουρατιά’ , νότια της Πρεμετής, που είχε στη δικαιοδοσία του 36 χριστιανικά χωριά και σε νότιο, γνωστό ως ‘’Παληοπωγώνι’’ (η σημερινή επαρχία Πωγωνίου), στα νότια της Λυντζουριάς με 44 χωριά και συνόρευε με την Ζαγοριά, Δρυïνούπολη (Δερόπολη), τη Θεσπρωτία, τα Κούρευτα, το Ζαγόρι και την Κόνιτσα.
Ο Ι. Λαμπρίδης το ονομάζει Πογώνη ή Πογώνιον και το διαιρεί σε βόρειο ή κυριώς Πογώνη και νότιο ή Παληοπωγώνι. Το βόρειο Πογώνη, γνωστό ως ‘’Καραμουρατιά’’ (χωρίστηκε το 1882) είχε κέντρο την Οστανίτσα (Αηδονοχώρι). Κέντρο του Παληοπωγωνίου μέχρι το 1790 και από το 1820 μέχρι το 1846 ήταν ο Κακόλακκος. Εκεί ήταν η έδρα του υποδιοικητή (Μουτεσελίου). Από το 1970 μέχρι το 1820 και από το 1846 όταν ιδρύθηκε ο ‘’Καζάς Πωγωνίου’’ (επαρχιακή περιφέρεια), κέντρο ήταν η Βοστίνα η οποία υπαγόταν στην υποδιοίκηση Αργυροκάστρου.
Ο Βοστινιώτης Λεων. Βασιλειάδης γράφει στον ‘’Ηπειρωτικό Αστέρα’’ για το Παληοπωγώνι: ‘’Το Πογώνιον ή Παληοπωγώνι αποτελείται εκ τριάκοντα οκτώ εν όλω χωρίων. Εις τα τριάκοντα εκ τούτων ομιλείται η ελληνική, εις εν η κουτσοβλαχική ( εις τον Μεντζητιέ) και εις Βοστίναν, ήτις είναι έδρα του υποδιοικητή, λαλείται υπό των Μωαμεθανών η Αλβανική’’.
Η ονομασία Πωγώνι, ίσως έχει σχέση με το χωριό Διπαλίτσα (Μολυβδοσκέπαστο). Εκεί, κατά την παράδοση, ήταν η πόλη με το όνομα Πωγωνιανή, ιδρυμένη από τον Βυζαντινό αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Πωγωνάτο (668-695), από τον οποίο προήλθε το όνομα της περιοχής. Η πόλη Πωγωνιανή υπήρξε και έδρα της Αρχιεπισκοπής Πωγωνιανής. Όσοι επικαλούνται ότι η ονομασία Πωγώνι προέρχετα από τον Αυτοκράτορα Κων/νο Πωγωνάτο , στηρίζονται στην ευρεία χρήση των όρων ‘’Πωγωνιανή και Αρχιεπισκοπή Πωγωνιανής’’ καθώς και σε ένα χρονολογικό πίνακα των Αρχιεπισκόπων Πωγωνιανής, που αναγράφεται πρώτος Αρχιεπίσκοπος Πωγωνιανής Παρθένιος (650-680), που συμπίπτει με την εποχή του Αυτοκράτορα Κων/νου Πωγωνάτου. Άλλοι έχουν διαφορετική άποψη για την ονομασία Πωγώνι. Το γεγονός, όμως, ότι διατηρήθηκαν σε εξαιρετικά μεγάλο βαθμό λαïκοί θρύλοι και παραδόσεις που συνδέουν το όνομα της περιοχής με τον Αυτοκράτορα Κων/νο Πωγωνάτο, είχε ευεργετική επίδραση στους χριστιανούς ραγιάδες. Στην ανάμνηση, στην αναπόληση αυτών των γεγονότων ανακόπηκε το κύμα του εξισλαμισμού.
Κείμενα: Νίκου Θ. Υφαντή
Τετάρτη, 16 Φεβρουαρίου 2011 12:22

Διατηρητέος παραδοσιακός οικισμός Δολού

Το Δολό έχει χαρακτηριστεί από το 1978 ως διατηρητέος παραδοσιακός οικισμός, λόγω της διατήρησης σημαντικών στοιχείων της ντόπιας αρχιτεκτονικής. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει επίσης ο ναός του Αγίου Νικολάου με το μεγάλο χαγιάτι και το ενσωματωμένο δίζωνο καμπαναριό στη νότια πλευρά του. Οι παλαιότερες αγιογραφίες του ναού είναι έργο του Δολιώτη ζωγράφου Κούρου.

Τετάρτη, 16 Φεβρουαρίου 2011 12:15

Φαράγγι Κουβαρά

Το Φαράγγι Κουβαρά είναι ένας επιβλητικός γεωλογικός σχηματισμός ο οποίος εκτείνεται σε μήκος περίπου 5 χιλιομέτρων, σχεδόν παράλληλα με το βουνό Μακρύκαμπος και διέρχεται μεταξύ των οικισμών Δολού και Πωγωνιανής, με κατεύθυνση νοτιοδυτική.
Το βάθος του κυμαίνεται περίπου στα 120 με 150 μέτρα, ενώ στη θέση Φραξοράχη φτάνει τα 200 μέτρα. Το άνοιγμα της χαράδρας ποικίλει. Το στενότερο σημείο βρίσκεται στη θέση Σκέμπια Κουβαρά όπου το άνοιγμα της δεν ξεπερνάει τα 100 μέτρα.
Το φαράγγι είναι κατάφυτο σχεδόν στο σύνολο του. Κυριαρχούν διάφορα είδη δρυός, φράξοι, γράβοι, σφεντάμια, αγριοκερασιές, αγριοαμυγδαλιές, συκιές άγριες και ήμερες, αγριοκαστανιές, πλατάνια και ιτιές.
Η πυκνή βλάστηση και τα ανοίγματα στα βράχια, τα οροπέδια, η άφθονη τροφή καθώς και οι μικρών εκτάσεων καλλιεργήσιμες εκτάσεις προσφέρουν στα πουλιά και ιδιαιτέρα στα αρπακτικά, ασφαλή μέρη για φωλιές και ποικιλία τροφών. Αποτελεί σημαντικό βιότοπο για σπάνια είδη, όπως ο Ασπροπάρης, ο Κραυγαετός, ο Σταυραετός, το Σαΐνι, η Μεσοτσικλητάρα, ο Τσίφτης κ.α.
Δευτέρα, 07 Φεβρουαρίου 2011 17:11

Όρος Κασιδιάρης

Το βουνό Κασιδιάρης έχει υψόμετρο 1.329 μέτρα. Το παλιό του όνομα είναι Σιούτιστα. Το όνομα Κασιδιάρης δόθηκε από τους ντόπιους, αρχικά σαν παρατσούκλι, σε μια από τις υψηλότερες κορυφές του, που είναι γυμνή από δέντρα και θάμνους και βγάζει εκλεκτό τσάι. Εκτός από εκεί, υπάρχει και σε άλλες κορυφές και σε διάφορες τοποθεσίες του Κασιδιάρη, πολύ καλό αρωματικό τσάι. Σιγά-σιγά το παρατσούκλι κυριάρχησε και έγινε το καινούριο όνομα του βουνού.

Ο Κασιδιάρης δεν είναι ένα γυμνό βουνό, όπως δηλώνει το όνομά του, αλλά είναι δασωμένο και πολύ μάλιστα, με πολλά και πυκνά δάση από θάμνους και μεγάλα δέντρα.

Ως τον τελευταίο πόλεμο και λίγο αργότερα, που τα ξύλα χρειάζονταν στον άνθρωπο πολύ περισσότερο απ΄ ότι σήμερα, το δάσος είχε υποστεί καταστροφή. Την καταστροφή του δάσους την επέτεινε περισσότερο η διάβρωση του εδάφους από το νερό της βροχής, που πέφτει άφθονο στην Ήπειρο. Σχηματίστηκαν έτσι λάκκοι και χείμαρροι, που κάθε χειμώνα κατέβαζαν τόνους χαλίκι, το οποίο σκέπαζε μεγάλες εκτάσεις. Πριν καταστραφούν τα δάση στον Κασιδιάρη, υπήρχαν πολύ περισσότερες πηγές στον Παρακάλαμο, απ΄ όσες σήμερα. Η παράδοση λέει ότι υπήρχαν 45 πηγές από τον παλιό Αϊ-Νικόλα Παϊδονιάς ως τη «Βρύση του Καπετάνιου», Βόρειο-Βορειοδυτικά. Οι πηγές αυτές χάθηκαν εξαιτίας της απογύμνωσης του Κασιδιάρη και μιας μεγάλης καθίζησης και κατολίσθησης, που έγινε στους ανατολικούς πρόποδες του Σώσινου. Μερικές πηγές μετατοπίστηκαν ανατολικότερα προς τον κάμπο.

Μετά το 1950, που τα χωριά αραίωσαν και η άγρια και αλόγιστη ξύλευση ελαττώθηκε πολύ, ο Κασιδιάρης άρχισε πάλι να πυκνώνει σε βλάστηση και να γίνεται όπως ήταν κάποτε.

Οι κλιματολογικές και περιβαλλοντολογικές συνθήκες στο βουνό είναι κατάλληλες για την ανάπτυξη της χλωρίδας και της πανίδας αλλά και για τη ζωή του ανθρώπου. Ο Κασιδιάρης έχει άφθονα νερά, τα οποία δεν πηγάζουν μόνο από τους πρόποδες και τις πλαγιές του αλλά και από σημεία που φτάνουν τα 900 μέτρα υψόμετρο.

Μια άλλη χάρη του είναι τα όμορφα μικρά οροπέδια, με καλές βοσκές και καλλιεργήσιμο έδαφος. Όσο για τους λάτρεις του κυνηγιού, ο Κασιδιάρης παλιότερα, ήταν παράδεισος. Τώρα τα θηράματα όλο και λιγοστεύουν.

Δευτέρα, 07 Φεβρουαρίου 2011 16:55

Ενότητα Ανω Πωγωνίου

Η πυκνή βλάστηση, απαραίτητα για τη βοσκή και το κυνήγι, τα ομαλά κλιμακωτά άνδηρα, κατάλληλα για την ανάπτυξη της γεωργίας, το νερό, ο ποταμός Γορμός και οι πηγές του, προσφέρουν πολύ νωρίς, ήδη από την Ύστερη Νεολιθική εποχή, τις αναγκαίες και ικανές προϋποθέσεις για την εγκατάσταση του ανθρώπου στην κοιλάδα του Γορμού. Ο χώρος αυτός χρησιμοποιείται και σήμερα ακριβώς κατά τον ίδιο τρόπο, και μάλιστα κυνηγοί και βοσκοί είναι αυτοί που πρώτοι εντόπισαν αρχαίους τάφους και τους υπέδειξαν τους αρχαιολόγους. Στις υπώρειες της Μερόπης και του βουνού Κουτσόκρανο, βρίσκεται ο εκτεταμένος αρχαιολογικός χώρος της κοιλάδας του ποταμού Γορμού. Δυσπρόσιτος κατά ένα μεγάλο μέρος του στον σημερινό επισκέπτη, είναι ο δεύτερος σε σπουδαιότητα για την προϊστορική εποχή, μετά από αυτόν του λεκανοπεδίου των Ιωαννίνων. Πλήθος θέσεων με επιφανειακά λείψανα, μαρτυρούν τη συνεχή χρήση του χώρου από την προϊστορική εποχή και τους πρώτους χριστιανικούς χρόνους. Συστάδες τύμβων (στη θέση Παλιουριά Παλαιόπυργου) μιλούν για μια συνήθεια ταφής των νεκρών που έχει τη ρίζα της στη Ρωσική στέπα. Τα ίχνη ενός κεραμικού κλίβανου στην Γκλάβα Κάτω Μερόπης χρονολογούνται από τον 11ο αιώνα π.Χ. Από εδώ περνούν φίλοι και εχθροί, καθώς η κοιλάδα του Γορμού αποτελεί φυσικό πέρασμα από την κοιλάδα του Δρίνου στην πεδιάδα του Καλπακίου και από εκεί στο Λεκανοπέδιο των Ιωαννίνων, ενώνοντας το Βορρά με το Νότο, τα δυτικά παράλια με την ενδοχώρα και την Ανατολή.

Πολύπαθο αλλά και πολυμήχανο, το Πωγώνι θα μοιραστεί τα πάθη και τις δόξες της «ευάνδρου» Ηπείρου. Κατ’ αρχάς, στους προϊστορικούς και στους πρώτους ιστορικούς χρόνους η περιοχή δεν ονομαζόταν «Πωγώνι». Το όνομα αυτό πιθανόν να το απόκτησε πολύ αργότερα, κατά τους βυζαντινούς χρόνους γύρω από στον 7ο αιώνα μ.Χ. Στην αρχαία εποχή, φαίνεται ότι αποτελούσε, κατά ένα μέρος του τουλάχιστον, τμήμα της χώρας των Μολοσσών, του ηπειρωτικού φύλου που συνέδεε την καταγωγή του με τον ομηρικό Αχιλλέα και τους γενναίους Μυρμιδόνες του, και που χάρισε στην ανερχόμενη μακεδονική δύναμη τη βασίλισσα Ολυμπιάδα, μητέρα του Μεγάλου Αλεξάνδρου (4ος αιώνας π.Χ.). Η δίψα για επέκταση, για κατάκτηση, των μακρινών και κοντινών γειτόνων είναι καθημερινό ψωμί, θα γεννήσει περιόδους εξάπλωσης και ακμής, σύντομες σχετικά, τις οποίες θα ακολουθήσουν περίοδοι αναταραχών, επιδρομών, συγκρούσεων και καταστροφών, που θα οδηγήσουν ως την ερήμωση.

istoriaΈτσι τον 3ο αιώνα π.Χ. ο βασιλιάς της Ηπείρου Πύρρος επεκτείνει τα όρια του βασιλείου ώς τη Μακεδονία, αλλά αποβιβάζεται και στην Ιταλία και απειλεί τη Ρώμη. Εξάλλου προελαύνει και προς τη Σπάρτη, την οποία μάταια επιχειρεί να καταλάβει. Στην επεκτατική δράση του θα θέσει τέρμα ένα μοιραίο κεραμίδι που θα του πετάξει στο κεφάλι από έναν εξώστη μια αγανακτισμένη γυναίκα στο Άργος. Θα ακολουθήσει περίοδος παρακμής, όπου τα ηπειρώτικα φύλα θα καλέσουν για βοηθούς στις μεταξύ τους συγκρούσεις με τους Ρωμαίους. Είναι πάγια τακτική που θα συνεχιστεί και τους επόμενους αιώνες, έως και τους νεότερους χρόνους. Η Ρωμαϊκή κατάσταση (167 π.Χ.), που θα περάσει από την οδό Κακαβιά – Καλπάκι, θα παραδώσει 70 πόλεις των Μολοσσών στα στρατεύματα του νικητή προς λεηλασία. Η χώρα ερημώνει. Ωστόσο η ιστορία θα μας παραδώσει ένα πολύτιμο στοιχείο για την οικονομική κατάσταση της περιοχής: το κέρδος κάθε στρατιώτη από τη λεηλασία δεν ξεπερνάει τις 10 δραχμές(!) όταν ο Οκταβιανός Αύγουστος, μετά τη ναυμαχία στο Άκτιο (31 π.Χ.), θα χτίσει τη Νικόπολη (κοντά στη σημερινή Πρέβεζα) και θα συγκεντρώσει εκεί όσο πληθυσμό μπορεί, θα θέσει χωρίς να το φαντάζεται τα θεμέλια ενός σημαντικού κέντρου του χριστιανισμού, που οι διάδοχοί του Ρωμαίοι Αυτοκράτορες με πείσμα θα πολεμήσουν.

Οι πρώτοι χριστιανικοί χώροι θα βρουν λοιπόν την υπόλοιπη Ήπειρο αραιοκατοικημένη. Ωστόσο ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου, Κωνσταντίνος ο Πωγωνάτος, επιστρέφοντας από στρατιωτικές επιχειρήσεις στην ιταλική χερσόνησο, θα περάσει –από που αλλού- από το Πωγώνι και εκεί κοντά στη σημερινή συνοριακή γραμμή που χωρίζει το ελληνικό από το αλβανικό Πωγώνι, θα ανοικοδομήσει εκ βάθρων συνδρομή και δαπάνη αυτού τη μονή της Μολυβδοσκεπάστου και θα θεμελιώσει την Πωγωνιανή. Βρισκόμαστε στον 7ο αιώνα μ.Χ. Τίποτε όμως δεν μπορεί να σταματήσει τους πολλών ειδών επιδρομείς και κατακτητές. Το Βυζαντινό θέμα της Παλαιάς και Νέας Ηπείρου υποφέρει. Οι νορμανδικές επιδρομές, από τον 11ο μ.Χ. αιώνα, διαδέχονται η μία την άλλη, οι εισβολείς περνούν και πάλι από το Πωγώνι.

istoria1Την ταραγμένη περίοδο ακολουθούν δύο περίπου αιώνες ακμής χάρη στην ίδρυση του Δεσποτάτου της Ηπείρου, που κάποια στιγμή περιλαμβάνει ακόμη και την Πελοπόννησο και τη Μακεδονία. Χτίζονται κάστρα, εκκλησίες, μοναστήρια και στο Πωγώνι καθιερώνεται, στις αρχές του 14ου αιώνα, η ετήσια εμποροπανήγυρις της Διπολίτσας που διαρκεί ένα μήνα, γύρω στο 15αύγουστο και που θα μεταφερθεί στα τέλη του 18ου αιώνα από τον Αλή Πασά στα Γιάννενα, για να συνεχιστεί ως τις μέρες μας (κατά τις πρώτες μέρες του Σεπτέμβρη). Ήδη όμως από τα μέσα του 14ου αιώνα και τη συντριβή της δύναμης των Σέρβων στο Κοσσυφοπέδιο, στο βυζαντινό έδαφος περιπλέκεται η ιστορία ποικίλων κρατών και εθνικοτήτων : ελληνικής. Αλβανικής, σερβικής, γαλλικής και ιταλικής. Οι κάτοικοι του Πωγωνίου αρχίζουν να μεταναστεύουν, κυρίως ο ανδρικός πληθυσμός, ο οποίος διαπρέπει, ακόμα και μετά την οθωμανική κατάκτηση (15 ος αιώνας), στις παραδουνάβιες περιοχές, τόσο εμπόριο όσο και στα γράμματα. Πολύ νωρίς, από τον 15 ο αιώνα, χτίζει μονές και συγκροτήματα εργαστηρίων και ξενώνων στη Ρουμανία, και με τα εισοδήματα από αυτά εξασφαλίζει την επιβίωση των ανθρώπων και των μοναστηριών στο Πωγώνι. Οι γυναίκες, που έχουν μείνει πίσω, δεν κρατούν μόνο το σπιτικό, το λαχανόκηπο και τα οικόσιτα ζώα, αναλαμβάνουν και το ρόλο του απουσιάζοντος συζύγου, πατέρα ή γιου. Η σκληρή εργασία αλλοιώνει την κατά γενική ομολογία απαράμιλλη ομορφιά τους. Καθ’ όλη τη διάρκεια της Οθωμανικής κατάκτησης η Ήπειρος δεν ησυχάζει στιγμή. Στάσεις και επαναστάσεις οδηγούν στην αφαίρεση των προνομίων από τους κατοίκους πολλών περιοχών της, προνομίων που το Πωγώνι ποτέ δεν απήλαυσε.

Ωστόσο η «αυτοκρατορία του Αλή Πασα», στα τέλη του 18ου αιώνα, που αυτή τη φορά φτάνει ώς το Ταίναρο και περιλαμβάνει όλη τη Στερεά Ελλάδα, δημιουργεί κατάλληλες συνθήκες για την ανάπτυξη του εμπορίου. Μετά την πτώση του, αλβανικά στήθη του θα απογυμνώνουν το Πωγώνι, το Ζαγόρι, την Κόνιτσα.

Πολύ αργότερα, ώς συνέπεια της πνευματικής ακμής του, το Πωγώνι με τα τόσα σχολεία και Παρθεναγωγεία θα δώσει στον Χριστιανισμό έναν Οικουμενικό Πατριάρχη, τον Αθηναγόρα (1948-1972). Με χαρά οι φιλόξενοι κάτοικοι θα σας δείξουν το πατρικό του σπίτι στο Βασιλικό (πρώην Τσαραπλάνα). Και αν οι κήποι των ξεχασμένων αυτών χωριών σας εκπλήσσουν, μην απορείτε: επί αιώνες οι πωγωνήσιοι κηπουροί έστηναν τους θρυλικούς μπαξέδες της Κωνσταντινούπολης.

Δευτέρα, 07 Φεβρουαρίου 2011 16:51

Ενότητα Καλπακίου

Οι αρχαιολογικές ανασκαφές στα όρια του Δήμου απέδειξαν ότι η περιοχή κατοικήθηκε από το 1700 π.Χ. Τα ευρήματα των ανασκαφών σε διάφορους τόπου της λεκάνης ήταν πολλά αντικείμενα από πυριτόλιθο.

Αυτό αποτελεί ένδειξη ανθρώπινης παρουσίας, τουλάχιστον από τη μέση παλαιολιθική εποχή. Τα κτερίσματα των τεσσάρων προϊστορικών τάφων στην περιοχή χρονολογούνται με απόλυτη σιγουριά μεταξύ του 1500-1400 π.Χ. δηλαδή λίγο πριν εμφανιστούν οι Μολοσσοί. Ένα από τα ηπειρωτικά φύλα που κατοίκησαν στην περιοχή και κοντά στον ποταμό Δώδων (Γορμός) ήταν οι Δωνετίνοι.

Οι ιστορικές καταγραφές ειδικών επιστημόνων-ερευνητών αναφέρουν ότι την ευρύτερη περιοχή κοσμούσαν το 800-167 π.Χ. τέσσερις Μολοσσικές πολιτείες οι οποίες ήταν Ευρυμενές, Ελαία, Στύμβαρα και η Φωτική που καταστράφηκε από τον Αιμίλιο Παύλο το 167 π.Χ. Το 330-1204 μ.Χ. στα ερείπια της πόλης Φωτικής χτίστηκε η οχυρωμένη Βυζαντινή πολιτεία Βελλάς και το κάστρο της Οπός με την πολίχνη Οπό ή Νοπάγια, που γνώρισε μεγάλη ακμή λόγω της γεωγραφικής της θέσης και λόγω των ευεργετικών αυτοκρατορικών διαταγμάτων ιδιαίτερα μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Λατίνους

Την περίοδο 1204-1430 μ.Χ. η περιοχή δεχόταν συνεχώς επιδρομές από Αλβανούς, Σλάβους και Τούρκους. Η τουρκική κατάκτηση αρχίζει από την πτώση των φρουρίων Βελλάς και Οπός και την καταστροφή της πολίχνης Νοπάγιας. Το 1684, ο Ενετός Φ. Μοροζίνη μετά την πανώλη που αποδεκάτισε τον πληθυσμό της Πελοποννήσου, έστειλε στρατό και στόλο στην Ήπειρο και με τη βία ή και οικιοθελώς λόγω πείνας, ολόκληρα χωριό μεταφέρθηκαν στην Πελοπόννησο (Δολιανά Ανω και Κάτω Σουδενά, Μαζαράκι κ.ά.

Την περίοδο του Β' Παγκοσμίου πολέμου η ευρύτερη περιοχή του Δήμου Καλπακίου πέρασε στην πρώτη γραμμή της επικαιρότητας, όταν ο Διοικητής της 8ης Μεραρχίας Χαράλαμπος Κατσιμήτρος, παρά τις αντίθετες απόψεις του Γ. Ε Χ. διατήρησε ως γραμμή άμυνας και απόκρουσης της Ιταλικής εισβολής την τοποθεσία Ελαίας-Καλαμά και των γύρω υψωμάτων. Οι πρώτες αποφασιστικές μάχες ανάμεσα στις Ελληνικές και Ιταλικές δυνάμεις δόθηκαν στο Καλπάκι από 2 Νοεμβρίου μέχρι 8 Νοεμβρίου 1940. Η πανωλεθρία του εισβολέα αποτέλεσε την αφετηρία της μεγάλης αντεπίθεσης του Ελληνικού Στρατού. Τα υψώματα της Γκραμπάλας, της Ασόνισσας, των Γρεμμισιών και της Βελλάς ήταν εκείνα που σήκωσαν το βάρος των επιθέσεων και σ' αυτά που οι Έλληνες στρατιώτες με τους κατοίκους της περιοχής, μετουσίωσαν σε πράξη το ιστορικό ΟΧΙ.

Τρίτη, 01 Φεβρουαρίου 2011 11:49

Δημοτική Ενότητα Καλπακίου

ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΜΕΝΕΣ ΟΙΚΟΛΟΓΙΚΑ ΣΗΜΑΝΤΙΚΑ ΠΕΡΙΟΧΕΣ

Οι προστατευμένες οικολογικά σημαντικά περιοχές της Ελλάδας μπορούν να διακριθούν στις εξής τρεις βασικές κατηγορίες:

  • Τις θεσμοθετημένες περιοχές όπως είναι οι Εθνικοί Δρυμοί, τα Αισθητικά Δάση, τα Διατηρητέα Μνημεία της Φύσης και τα Τοπία Ιδιαίτερου Φυσικού Κάλλους.(όπως ο ποταμός Βοϊδομάτης και η χαράδρα του Βίκου). Ο Ποταμός Βοϊδομάτης διασχίζει αρκετές κοινότητες και βρίσκεται εντός των ορίων της περιοχής GR 2130001 – Εθνικός Δρυμός Βίκου-Αώου.
  • Τις περιοχές του Εθνικού καταλόγου NATURA 2000 (περιοχές κοινοτικού ενδιαφέροντος) και τις Ζώνες Ειδικής Προστασίας της Ορνιθοπανίδας (SPA).
  • Τις μη θεσμοθετημένες περιοχές όπως είναι οι Σημαντικές Περιοχές για τα Πουλιά (IBA).Ο ποταμός Καλαμάς αποτελεί μια τέτοια ζώνη όπου δεν επιτρέπεται το κηνύγι από τις 20 Αυγούστου έως τις 14 Σεπτεμβρίου κάθε κυνηγετικής περιόδου των παρακάτω ειδών: τρυγονιού, φάσας, αγριοπερίστερου, ορτυκιού, σιταρήθρας, τσίχλας, κεδρότσιχλας, κοκκινότσιχλας, και γερακότσιχλας. Από τις 15 Σεπτεμβρίου επιτρέπεται παντού το κυνήγι τους (εκτός των καταφυγίων), καθώς επίσης και των υπόλοιπων θηρεύσιμων ειδών.

Ο ποταμός Καλαμάς εμφανίζεται ως ένας από τους ελληνικούς υγρότοπους που είχαν απογραφεί το 1991 από ομάδα εργασίας του Ελληνικού Κέντρου Βιότοπων – Υγρότοπων (ΕΚΒΥ). Πηγάζει από το όρος Δούσκο και εκβάλει στο Ιόνιο Πέλαγος. Το συνολικό του μήκος είναι 115 χλμ. Παραπόταμοι του Καλαμά είναι: ο Σμόλιτσας, η Τύρια, ο Γορμός, ο Μέζερος, ο Βελτσιστικός, ο Κούτσης, η Μπάνια, η Λαγκαβίστα, και το Καλπακώτικο Ρέμα. Μέσα στην λεκάνη του Καλαμά υπάρχει η λίμνη Τζαραβίνα, έκτασης 22 τετ. χλμ. και βάθους 35 μέτρα. Στην ευρύτερη περιοχή των πηγών του Καλαμά διαμορφώνεται επίσης η λίμνη της Καλλιθέας (Γράμμοστη), η οποία βρίσκεται στην βόρεια πλευρά του υψώματος του Προφήτη Ηλία.

 

Τρίτη, 01 Φεβρουαρίου 2011 11:08

Σπηλιά Κατσιμήτρου

Στην είσοδο του χωριού, στο Καλπάκι, βρίσκεται η σπηλιά όπου ήταν το στρατηγείο του Διοικητή της 8ης Μεραρχίας κατά την διάρκεια του πολέμου. Την είσοδο της σπηλιάς κοσμεί η προτομή του Χαράλαμπου Κατσιμήτρου, που με την πίστη του να υπερασπιστεί την γραμμή αμύνης Ελαίας – Καλαμά καθήλωσε τις εχθρικές δυνάμεις στο Καλπάκι και δημιούργησε το αθάνατο έπος του 1940.

 

Βρίσκεστε εδώ: Home Εποπτευόμενοι φορείς Διαχειριστής