Δήμος Πωγωνίου

Διαχειριστής

Διαχειριστής

Κυριακή, 30 Ιανουαρίου 2011 15:57

Αρετή

Η παλαιά ονομασία του χωριού ήταν «Γκρίμπιανη», σλαβική λέξη που σημαίνει «απόκρημνος τόπος».

Ο παλαιός οικισμός «Παλαιογκρίμπιανη» βρίσκεται ψηλά στις πλαγιές του Κασιδιάρη που βρίσκονται πλέον τα ερείπιά του.

Το χωριό κατοικήθηκε ιδίως μετά την παραχώρησή του από τον Δεσπότη Ιωαννίνων Ιζαού στον επίσκοπο Βελλάς για κατοικία το 1385.

Κυριακή, 30 Ιανουαρίου 2011 15:55

Ωραιόκαστρο

Το χωριό Ωραιόκαστρο είναι χτισμένο κοντά στις πηγές «Γκλάβας» από τις οποίες σχηματίζεται ο ποταμός Γορμός, ένας από τους κυριώτερους παραπόταμους του Καλαμά. Κοντά στο χωριό βρίσκεται ο καταρράκτης στην θέση «Δέση», σε μια περιοχή με πλούσια βλάστηση, καθώς και ένας νερόμυλος και δύο νεροτριβές, το πέτρινο τοξωτό κατωγέφυρο Ωραιοκάστρου αλλά και αρχαιολογικοί χώροι όπως τα ερείπια της ακρόπολης Ωραιοκάστρου, τα ερείπια μονής και ναϋδρίου και προϊστορικοί ταφικοί τύμβοι και οικιστικά λείψανα που χρονολογούνται από την Ύστερη Χαλκοκρατία έως την Ελληνιστική περίοδο, που φανερώνουν την σημασία της περιοχής κατά την αρχαιότητα. Από τον λόφο που βρίσκονται τα ερείπια της ακρόπολης Ωραιοκάστρου (θέση «Κάστρο») υπάρχει πανοραμική θέα προς τον καταρράκτη και όλη την γύρω περιοχή, μέχρι και τους επιβλητικούς ορεινούς όγκους της Τύμφης. 

Κυριακή, 30 Ιανουαρίου 2011 15:54

Ρουψιά

Αξιόλογη είναι η εκκλησία των Εισοδίων της Θεοτόκου με το ξυλόγλυπτο τέμπλο. Ενδιαφέρον για τον επισκέπτη παρουσιάζει το εξωκλήσι της Αγίας Παρασκευής καθώς και το δάσος της Ρουψιάς.

Η περιοχή έχει ενταχθεί στους επιστήμονικούς καταλόγους του ΥΠΕΧΩΔΕ για το δίκτυο NATURA ως ‘Περιοχή Ιδιαίτερου Ενδιαφέροντος’.

Κυριακή, 30 Ιανουαρίου 2011 15:53

Παλαιόπυργος

Γενικά στοιχεία

O Παλαιόπυργος ανήκει στον Δήμο Πωγωνίου σαν χωριό της Δημοτικής Ενότητας Ανω Πωγωνίου. Απέχει οδικώς απο τα Ιωάννινα 66 χλμ, και απο την Κόνιτσα 45 χλμ.

Ιστορία

Στην Ήπειρο ο Ελληνισμός εμφανίζεται από το 2100 π.Χ. σύμφωνα με τα αρχαιολογικά ευρήματα. [1]. Oι Ηπειρώτες συμμετείχαν σε μεγάλο βαθμό στις υποθέσεις των άλλων ελληνικών φυλών, παρότι ήταν απομακρυσμένοι λόγω της δύσκολης ορεινής περιοχής.

Το Πωγώνι θεωρείται κοιτίδα των Μολοσσικών φυλών. Καταρχήν, στους προϊστορικούς και στους πρώτους ιστορικούς χρόνους η περιοχή δεν ονομαζόταν «Πωγώνι». Το όνομα αυτό πιθανόν να το απέκτησε πολύ αργότερα στην βυζαντινή εποχή (7ος αιώνας μ.Χ.). Στην Αρχαία εποχή φαίνεται ότι αποτελούσε τμήμα της χώρας των Μολοσσών, του ηπειρωτικού φύλου που συνέδεε την καταγωγή του με τον ομηρικό Αχιλλέα και τους γενναίους Μυρμηδόνες του και που χάρισε στην ανερχόμενη μακεδονική δύναμη τη βασίλισσα Ολυμπιάδα, μητέρα του Μ. Αλεξάνδρου ( 4ος αιώνας π.Χ.). Αυτό φαίνεται και από το μεγάλο πλήθος θέσεων με επιφανειακά λείψανα από την προϊστορική εποχή και τους πρώτους χριστιανικούς χρόνους. Συστάδες τύμβων (δύο συνοικισμοί κυβωτιόσχημων τάφων) που ανακαλύφθηκαν από τον αρχαιολόγο Η.Ανδρέου, στη θέση Παλιουριά και Πλάση του Παλαιόπυργου, στην δεξιά όχθη του ποταμού Γορμού - μιλούν για μια συνήθεια ταφής των νεκρών που έχει τη ρίζα της στη Ρωσική στέπα.

Από το Πωγώνι πέρασε ο βασιλιάς της Ηπείρου Πύρρος για να φθάσει στην Ιταλία και να απειλήσει τότε την Ρώμη (3ος αιώνας). Τον ίδιο δρόμο (Κακκαβιά-Καλπάκι) ακολούθησαν και οι Ρωμαίοι (Ρωμαϊκή κατάκτηση 167 π.Χ.) και παρέδωσαν 70 πόλεις των Μολοσσών στα στρατεύματα τους για λεηλασία.

Εδώ θα ιδρύσει ο Βυζαντινός αυτοκράτορας Κωνσταντίνος ο Πωγωνάτος, επιστρέφοντας από στρατιωτικές επιχειρήσεις στην ιταλική χερσόνησο, την Πωγωνιανή και θα ανοικοδομήσει εκ βάθρων την μονή της Μολυβδοσκέπαστου (7ος αιώνας μ.Χ.).

Από την περιοχή θα περάσουν πολλών ειδών εισβολείς και κατακτητές (Νορμανδοί, Σέρβοι, Αλβανοί, Τούρκοι και τελευταίοι οι Γερμανοί). Στόχος τους είναι ο ελέγχος της περιοχής αλλά οι Πωγωνήσιοι θα αντιστέκονται στο πέρασμα των αιώνων. Ο Κακόλακκος ήταν η παλιά πρωτεύουσα του Πωγωνίου-έδρα του Μ.Μπότσαρη. Στον Κακόλακκο υπάρχει η εκκλησία του Αγίου Δημητρίου με το ιδιαίτερης αξίας τέμπλο της που είναι προσφορά της οικογένειας των Μποτσαραίων.

Στον Παλαιόπυργο (παλαιότερη ονομασία Μέβγεζα) ο Κούρτ πασάς είχε την «Κούλα» του (ένα κτίριο δηλαδή που συγκεντρώνονταν ένα μέρος της παραγωγής) και εδώ κατοικούσε ο «Μουτεσσαρίφης» (συλλέκτης φόρων) του Αλή Πασά. Στην θέση αυτή οι Παλαιοπυργίτες γκρέμισαν την «Κούλα» και έχτισαν την σημερινή αξιόλογη κεντρική εκκλησία του χωριού- αφιερωμένη στην Κοίμηση της Θεοτόκου- με χρηματοδότηση των αδερφών Ιωάννη, Βασιλείου και Δημητρίου Παναγιώτου [2].

Αρχιτεκτονική

Στην περιοχή υπάρχουν οικισμοί παραδοσιακής ιδιομορφίας. Χαρακτηριστικό των οικισμών είναι το γκρίζο χρώμα από την χρήση της πέτρας που χρησιμοποιήθηκε πολύ στα σπίτια, στις στέγες στα δάπεδα, στο στρώσιμο των αυλών και στους δρόμους. Έτσι τα σπίτια των χωριών δένονται με αρμονία με το περιβάλλον. Επειδή η περιοχή είναι αγροτική τα σπίτια διατηρούν το σχήμα της αγροτικής αρχιτεκτονικής, δηλαδή είναι διώροφα πέτρινα με τετράριχτες στέγες και ομοιόμορφες αυλόπορτες και με ψηλούς τοίχους στις αυλές για προστασία. Παλαιότερα στις πλακόστρωτες αυλές τους άρμεγαν τα γιδοπρόβατα πριν τα μαντρώσουν στο κατώγι (ισόγειο). Το κατώγι χρησιμοποιούνταν επίσης και σαν αποθηκευτικός χώρος για τα βαρέλια με το κρασί, το τυρί και τα ξύλινα αμπάρια με το σιτάρι. Στον όροφο πάνω από το κατώγι υπήρχε το μαντζάτο (καθιστικό), τον οντά (σαλόνι), το μαγειριό (κουζίνα) και τα υπνοδωμάτια. Οι χαλέδες (τουαλέτες) βρίσκονταν έξω από το σπίτι στον κήπο κάτι που φαίνεται και σήμερα στα παλιά σπίτια. Οι οικοδομές είναι προσαρμοσμένες στο κλίμα και στις απλές λειτουργίες της πατριαρχικής οικογενειακής ζωής των γεωργών και των κτηνοτρόφων κατοίκων τους. Κάθε σπίτι είχε το αλώνι και την αχυροκαλύβα του σε κάποιο χωράφι που υπήρχε δυνατό ρεύμα αέρα. Εκεί υπήρχαν στημένες οι θημωνιές με χόρτο ή άχυρο γύρω από ένα ψηλό πάσαλο. Τα σπίτια είναι χτισμένα σε μαχαλάδες(γειτονιές) το ένα κοντά στο άλλο για προστασία και ασφάλεια από τους ληστές, άλλα γύρω από την εκκλησία άλλα γύρω από το σχολείο, την πλατεία και το καφενείο. Οι εκκλησίες παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Η κύρια είσοδος είναι μικρή και τοξωτή προστατεύεται από κιονόκτι στο νάρθηκα και βρίσκεται στο νότιο τμήμα του ναού. Εσωτερικά διαιρείται σε δύο μέρη με τον γυναικονήτη να καταλαμβάνει το δυτικό τμήμα του ναού. Το τέμπλο είναι ξυλόγλυπτο άφθαστης τέχνης με πολύ αξιόλογες παλιές εικόνες. Τα καμπαναριά έχουν ιδιόμορφο σχήμα. Παρεκκλήσια υπάρχουν αρκετά και λειτουργούνται στις γιορτές τους με γλέντια και πανηγύρια. Στον Παλαιόπυργο (στη θέση Γκρέτση) βρίσκονται δύο νερόμυλοι, νεροτριβή, ένα πέτρινο τοξωτό γεφύρι και μονοπάτια που έχουν χαρακτηρισθεί διατηρητέα μνημεία.

Περιβάλλον

Χλωρίδα

Στο Πωγώνι υπάρχουν ως επί το πλείστον δάση με βελανιδιές και μάλιστα σε αρκετές ποικιλίες. Επίσης υπάρχουν και άλλα δέντρα όπως κρανιές, γράβοι, πλατάνια, γκορτσιές, κουτσουπιές, λεύκες, τιές, βουζιές, κουμαριές, καστανιές, κέδρα, αγριο-κερασιές μουριές, κληματαριές κ.ά. Υπάρχουν ακόμα οπωροφόρα δέντρα τα οποία σπάνια βρίσκονται σε άλλες περιοχές όπως είναι οι μπουμπουνιές (μοιάζουν με αχλαδιές), οι σουρβιές. Στην Νεμέρτσικα υπάρχει πλήθος αρωματικών φυτών όπως είναι το τσάι του βουνού, η ρίγανη, η λεβάντα, ο δυόσμος, η μέντα, το χαμομήλι, ο αμάραντος και μεγάλη ποικιλία αγριοπανσέδων.

Πανίδα

Στα δάση της περιοχής ζουν αρκετά είδη ζώων όπως λύκοι, αγριογούρουνα, λαγοί, σκίουροι, κουνάβια, αλεπούδες, ζαρκάδια και πιο σπάνια αρκούδες. Παλαιότερα υπήρχαν όλα αυτά σε αφθονία και οι κάτοικοι της περιοχής ζούσαν και από το κυνήγι. Σήμερα δεν υπαρχουν σε τόσο αφθονία. Αρκετά είδη πτηνών θα βρούμε στην περιοχή όπως είναι τα κοτσύφια, οι κίσσες, οι αετοί, τα γεράκια, οι καρακάξες, οι μπεκάτσες,τα αηδόνια, τα σπουργίτια, τα κοράκια, οι κουρούνες, τα πετροχελίδονα, οι φάσες, ο κούκος, ο γκιώνης κ.ά.

Παραπομπές

  1. Ομηρος , Ηλιάδα - Οδύσσεια
  2. Δ. Κεραμίδας, «Μέβγεζα»
Κυριακή, 30 Ιανουαρίου 2011 15:52

Κεφαλόβρυσο


Το χωριό κάηκε από τους Γερμανούς, όμως οι κάτοικοί του το ξανάχτισαν από την αρχή και σήμερα αποτελεί ένα από τα πιο ζωντανά της ακριτικής επαρχίας, έχοντας όλα τα χαρακτηριστικά μιας ακμάζουσας κωμόπολης. Είναι ένα απο τα σημαντικότερα οικονομικά κέντρα της περιοχής καθώς διαθέτει εργοστάσιο μεταλοτεχνίας και πολές κτηνοτροφικές μονάδες. Είναι χτισμένο σε υψόμετρο 660μ, στους πρόποδες της Νεμέρτσικας (Μερόπης), η οποία καλύπτει τις ανάγκες των κατοίκωνκτηνοτρόφων ως απέραντος βοσκότοπος.

Κυριακή, 30 Ιανουαρίου 2011 15:51

Κάτω Μερόπη

Τα Φραστανά, Κάτω Μερόπη από το 1928, είναι ακριτικό χωριό της Επαρχίας Πωγωνίου του Νομού Ιωαννίνων, κοντά στα σύνορα με τη Βόρεια Ήπειρο (Αλβανία). Έχει μακραίωνη ιστορία. Βρίσκεται βορειοδυτικά των Ιωαννίνων και της αρχαίας Δωδώνης, στο ριζό της νοτιοανατολικής πλευράς του ορεινού συγκροτήματος Νεμέρτσικα και σε υψόμετρο 750μ. Η οδική απόσταση από τα Ιωάννινα είναι 65 χιλιόμετρα. Η κοινοτική περιοχή, που έχει έκταση σχεδόν 20.000 στρέμματα , κατέχει σημαντικό μέρος της κοιλάδας του Άνω Γορμού, η οποία ορίζεται από τις πλαγιές της Νεμέρτσικας και του Κουτσόκρανου. Το ανατολικότερο σημείο της περιοχής βρίσκεται σε οδική απόσταση τεσσάρων χιλιομέτρων από το κέντρο του χωριού στο ύψωμα Ντομπόρι κοντά στην Πηγή Κεφαλοβρύσου. Το δυτικότερο σημείο είναι η τοποθεσία Ποτσόνο, μικρή πηγή, στα σύνορα με την περιοχή του Παλαιοπύργου και σε απόσταση περί τα 1.500μ.Το νοτιότερο όριο αποτελεί ο Γορμός, μικροπόταμος που χύνεται στον Καλαμά και σε απόσταση 3 – 4 χιλιόμετρα. Τέλος το βορειότερο όριο βρίσκεται στο βουνό, στο τοπωνύμιο Κερασιές και σε υψόμετρο περί τα 1.200μ. Η Κάτω Μερόπη έχει κατά προσέγγιση βόρειο γεωγραφικό πλάτος 40ο – 02’ και ανατολικό μήκος 20ο – 46’.Η Κάτω Μερόπη κατείχε το 1928 τη δεύτερη θέση μετά το Βασιλικό ανάμεσα στις εννέα κοινότητες του Άνω Πωγωνίου, που βρίσκονται στην κοιλάδα του Άνω Γορμού (Κακόλακκος, Μερόπη, Παλαιόπυργος, Κάτω Μερόπη, Κεφαλόβρυσο, Βασιλικό, Ρουψιά, Άγιος Κοσμάς και Ωραιόκαστρο) ως προς τους παρακάτω δείκτες: Πληθυσμός: 498 άνθρωποι (13,9%), εδαφική έκταση 20 τετρ. χλμ. (20.000 στρέμματα) (14%), καλλιεργούμενες εκτάσεις 2.400 στρέμματα (17,8%) παραγωγή σιτηρών και σταφυλιών δεύτερη θέση μετά το Βασιλικό.

Οι ρίζες του χωριού φτάνουν ως την αρχαιότητα. Στο σημερινό κέντρο του κατοίκησαν Έλληνες Μολοσσοί περί τα μέσα του 11ου αιώνα π.Χ. και ίδρυσαν κάποιον οικισμό. Πολύ αργότερα, τον 4ο – 3ο αιώνα π.Χ., όταν στην Ήπειρο το κράτος των Μολοσσών προχωρούσε προς την πρόοδο, δημιουργήθηκαν εδώ νεώτεροι οικισμοί, ο ένας ανατολικά στο χώρο ανάμεσα στον Αϊ Νικόλα και τον Αϊ Θανάση και ο άλλος πολύ δυτικά στην πλαγιά του Παλαιόκαστρου. Πιθανότατα πολύ αργότερα αναγκάστηκαν να μετακινηθούν πληθυσμοί από τους αρχαίους οικισμούς της παραποτάμιας ζώνης (Βαρβάρα, Γκλάβα, Παλιοκκλήσι) στο χώρο του σημερινού χωριού. Για το χρόνο της μετακίνησης αυτής και τις αιτίες, διατυπώνονται διάφορες απόψεις.

Η Κάτω Μερόπη, χωριό με μακραίωνη ιστορία, έχει ρίζες στην αρχαιότητα. Αυτό προκύπτει από αρχαιολογικές μαρτυρίες καθώς και από την παράδοση. Από αρχαίους οικισμούς που εντοπίστηκαν γύρω από το χωριό, πιθανότατα δημιουργήθηκε ένα βυζαντινό κεφαλοχώρι (Πολίχνη;) με όνομα μεταβαλλόμενο (Βέρτζιανη – Φραστανά). Στα ύστερα βυζαντινά χρόνια μέχρι και τους δύο πρώτους αιώνες της τουρκοκρατίας (1431 – 1625) το μεγαλοχώρι παρουσίαζε ορισμένη ανάπτυξη, στο μέτρο βέβαια της τότε εποχής. Προς τα τέλη του 17ου αιώνα επήλθε μεγάλη καταστροφή. Στο χωριό παρέμειναν ελάχιστες οικογένειες φτωχολογιάς. Από τις αρχές του 18ου αιώνα ως τις αρχές του 19ου αιώνα το χωριό δοκίμασε πολλά δεινά από τις επιδρομές μπέηδων και αγάδων, από σιτοδείες και επιδημίες πανώλης με μαζικούς θανάτους. Ωστόσο δεν χάθηκε. Στα μέσα του 19ου αιώνα ο πληθυσμός ήταν γύρω στα 300 άτομα. Το μαζικό ταξίδεμα των ανδρών στην Κωνσταντινούπολη έφερα μία βαθμιαία αυξανόμενη προοδευτικά κίνηση και αύξηση του πληθυσμού. Μετά την απελευθέρωση από τον τουρκικό ζυγό το 1913 συνεχίστηκε ο προοδευτική πορεία, ιδιαίτερα τα χρόνια 1923 – 1940, οπότε το κέντρο των ταξιδεμένων μεταφέρθηκε από την Κωνσταντινούπολη στη Θεσσαλονίκη κ.α. Στα μεταπολέμια χρόνια, παρά την απότομη μείωση του πληθυσμού, έγιναν πολλά έργα μικρά και μεγάλα και διαμορφώθηκε εντυπωσιακά τοπ κέντρο του χωριού. Παρουσιάζει αξιόλογο αρχαιολογικό και τουριστικό ενδιαφέρον.

Στο χώρο της σημερινής περιοχής της Κάτω Μερόπης υπήρχαν στην αρχαιότητα διάσπαρτοι οικισμοί, κυρίως στην παραποτάμια ζώνη. Απ’ αυτούς προήλθε πιθανότατα ο οικισμός που στην ιστορική διαδρομή είχε μεταβαλλόμενο όνομα (Βέρτζιανη – Φραστανά – Κάτω Μερόπη). Στη Βυζαντινή και μεταβυζαντινή περίοδο τα Φραστανά είχαν αξιόλογη επιρροή. Μαζί με τη Διπαλίτσα αποτέλεσαν το βυζαντινό δίπτυχο στην περιοχή. Το 16ο – 17ο αιώνα τα Φραστανά κατείχαν την τρίτη θέση ως προς των αριθμό οικογενειών στο Πωγώνι μετά τη Διπαλίτσα και την Καστάνιανη. Στα χρόνια αυτά διακρίνονταν για σχετική οικονομική ακμή και πολιτισμική άνθιση. Προς το τέλος του 17ου αιώνα, το μεγάλο χωριό καταστράφηκε από επιδρομή αλλοφύλων, αλλά δεν ερημώθηκε εντελώς. Αργότερα το έπληξαν βαρβαρικές επιδρομές, λοιμώδεις επιδημίες και σιτοδείες. Ωστόσο στάθηκε στα πόδια του. Λειτουργούσε κρυφό σχολειό.

Τον 19ο αιώνα, σημειώνεται μια βαθμιαία ανοδική πορεία. Στις αρχές του αιώνα συμμετέχει στις δραστηριότητες της Φιλικής Εταιρίας με τη δράση του Γιαννάκη Γραμματικού που συνεργάζεται με το Μάρκο Μπότσαρη. Στα 1816 – 1820 χτίζεται η μεγάλη κεντρική εκκλησία. Εκπρόσωπος των Φραστανών συμμετέχει στη σύσκεψη, που έγινε στη Βήσσανη το 1854, για την οργάνωση εξέγερσης στο Πωγώνι κατά των Τούρκων με εντολή του Θεοδώρου Γρίβα.

Μετά το μαζικό ταξιδεμό των αντρών στην Κωνσταντινούπολη ενισχύεται οικονομικά και πολιτισμικά το χωριό. Χτίζεται το 1862 διώροφο σχολικό κτίριο αμέσως νότια της εκκλησίας, το μεγαλύτερο τότε στα γύρω χωριά. Από τότε λειτουργεί κανονικά δημοτικό σχολείο με εκσυγχρονισμένο πρόγραμμα και διδακτικό προσωπικό.

Διαμορφώνεται το ενιαίο κέντρο του χωριού. Πολλά νέα μεγάλα πέτρινα σπίτια, αμφιθεατρικά χτισμένα, συμπληρώνουν την ανοδική πορεία. Γίνονται και άλλα έργα. Παράλληλα αναπτύσσεται και η αγροτική παραγωγή σε διάφορους τομείς, όπως η σιτοπαραγωγή, η ποιοτική καλλιέργεια του καλαμποκιού, η κτηνοτροφία, η αμπελουργία, η οπωροφόρα δεντροκομία, η σηροτροφία, η μελισσοκομία.


Μετά την απελευθέρωση το 1913 από τον Τουρκικό ζυγό, συνεχίζεται η ανοδική πορεία μέχρι το 1940 και συντελούνται αξιόλογες θετικές εξελίξεις στον παραγωγικό, κοινωνικό και πολιτισμικό τομέα. Το χωριό σφύζει από ζωή. Σημαντική ήταν η συμμετοχή στο ηρωικό έπος 1940 - 1941 και στην Εθνική Αντίσταση 1941 – 1944.
Από τον 19ο αιώνα και ιδιαίτερα ως τα μέσα το 20ου αιώνα διευρύνονται οι σχέσεις και οι δεσμοί με τα χωριά και κωμοπόλεις του Πωγωνίου, με ορισμένα χωριά της Κόνιτσας και με τα μεγάλα αστικά κέντρα.

Σήμερα η Κάτω Μερόπη, παρά τη βαθμιαία εγκατάλειψή της από το 90% του πληθυσμού που εγκαταστάθηκε μόνιμα κυρίως στη Θεσσαλονίκη, την Αθήνα και τα Ιωάννινα, και παρά τις βαρύτατες συνέπειες του εμφυλίου, παρουσιάζεται ανακαινισμένη. Έγιναν μεταπολεμικά μια σειρά μικρά και μεγάλα έργα από την Πολιτεία, την Αδελφότητα, την Κοινότητα και του συγχωριανούς. Διαμορφώθηκε εκσυγχρονιστικά το κέντρο της. Κατασκευάστηκαν πολλές θερινές κατοικίες. Εξασφαλίστηκε η κανονική ύδρευση με εσωτερικό οικιακό δίκτυο, δίκτυα παροχής ηλεκτρενέργειας και τηλεφωνικής σύνδεσης, λειτουργία ξενώνα με σύγχρονο εξοπλισμό καθώς και εντευκτηρίου και κυλικείου. Λειτουργεί καθημερινά λεωφοριακή γραμμή με τα Ιωάννινα. Τους μήνες του καλοκαιριού το χωριό σφύζει και πάλι από ζωή. Ιδρύθηκε αρχαιολογικός χώρος.

Από τη δεκαετία του 1930 και κυρίως τις τελευταίες δεκαετίες πληθαίνουν οι διπλωματούχοι πανεπιστημιακών σχολών, αυξάνεται το επιστημονικό και τεχνικό δυναμικό. Οι καθηγητές, γιατροί και μηχανικοί, φτάνουν τους 40, το 60% του συνόλου. Αναδείχτηκαν ένας εισαγγελέας πρωτοδικών, ένας διπλωμάτης – πρόξενος, ένας πανεπιστημιακός μαθηματικών και ένας ταξίαρχος.

Ο αρχαιολογικός χώρος, τα άλλα ιστορικά μνημεία και το εντυπωσιακό φυσικό τοπίο, προκαλούν ιδιαίτερο ενδιαφέρον και προσδίδουν στην Κάτω Μερόπη αξιόλογη αρχαιολογική και τουριστική σπουδαιότητα.


Αυτή είναι η Κάτω Μερόπη στη μακραίωνη διαδρομή της.

Κυριακή, 30 Ιανουαρίου 2011 15:50

Κακκόλακος

 
Το χωριό Κακόλακκος βρίσκεται στους πρόποδες του βουνού Νεμέρτσικα στο βόρειο τμήμα της περιοχής του Πωγωνίου. Υπήρξε πρωτεύουσα του Πωγωνίου κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Εδώ επίσης ήταν το κέντρο διοίκησης του Σουλιώτη οπλαρχηγού Μάρκου Μπότσαρη από το 1814 ως το 1820. Η οικογένεια Μπότσαρη χρηματοδότησε την κατασκευή του ξυλόγλυπτου τέμπλου του ναού του Αγ. Δημητρίου.

 

Κυριακή, 30 Ιανουαρίου 2011 15:49

Βασιλικό

Η ιστορία του Βασιλικού χάνεται στα βάθη των αιώνων, όπως μαρτυρούν τα αρχαιολογικά ευρήματα: Στις θέσεις "Δράνια", "Μεγάλες" και "Τσαβάλου Αλώνι" βρέθηκαν τάφοι που χρονολογούνται προ του 9ου π.Χ. αιώνα. Στην θέση "Παλαιόκαστρο" (ή "Πυρρόκαστρο") βρέθηκαν νομίσματα της εποχής του Πύρρου.Συνεχίζεται κατά την Ρωμαϊκή και Βυζαντινή εποχή, όπως μαρτυρείται από την ύπαρξη Βυζαντινών - Μεταβυζαντινών εκκλησιών (Αγ. Αθανάσιος, Αγ. Γεώργιος).

Στην πρώτη απογραφή που γίνεται από τους Τούρκους, μετά την υποδούλωση του Πωγωνίου, το 1431, το χωριό αναφέρεται ως "Girapnana" (Τσαραπλανά) και έχει 15 σπίτια (hane). Κατά την διάρκεια της Τουρκοκρατίας, λόγω του Τουρκικού ζυγού, της βαρύτατης φορολογίας άλλα και των ληστρικών συμμοριών που λυμαίνονταν την περιοχή, οι περισσότεροι άνδρες αναγκάζονταν να ξενιτευτούν. Με την πάροδο των χρόνων οι ταξιδεμένοι έφεραν πίσω πλούτο και πρόοδο. Άνοιγαν δρόμους, έφτιαχναν πηγάδια και βρύσες, έχτιζαν εκκλησίες, πλήρωναν παπάδες και δασκάλους. Όπως αναφέρει ο Ιωάννης Λαμπρίδης στα «Πογωνιακά»: «Τσαραπλανά (Μεσημβρινώς) Συκιάς εις τα υπωρείας ιδίας ράχεως Ομαλής καλουμένης, μεταξύ κατασκίων υψωμάτων, κλίμα τερπνόν και υγιεινόν έχοντα. Διαιρείται εις 4 συνοικίας "Γκράτσιτα, Άγιον Μηνά, Μεσαίαν, ένθα και τα δημόσια κτίρια και Μαυρίκη"».....Το 1777, μετά το πρώτο πέρασμα του Αγ. Κοσμά του Αιτωλού (το 1776) εγκαθίσταται στο χωριό για να διδάξει στο νάρθηκα της εκκλησίας (του Αη-Γιώργη) ο ιερομόναχος Καραλής. Γύρω στο 1860 υπάρχει ήδη Ελληνικό Σχολείο. Λίγο αργότερα ιδρύεται και Παρθεναγωγείο. Το 1778 ο ιερομόναχος Ν. Ματσικάτης ανήγειρε τον Ναό της Υπαπαντής, δαπανώντας 11.520 άσπρα. (Μέχρι τότε ενοριακός ναός ήταν ο Ναός του Αγ. Γεωργίου.) Ο ίδιος ίδρυσε την ίδια χρονιά και την Μονή του Αγίου Κωνσταντίνου στον "Πύργο"......Το 1809 πέρασε από το Βασιλικό ο Άγγλος περιηγητής William Leake Λοχαγός του Αγγλικού Στρατού, που πραγματοποίησε ταξίδι στην Ελλάδα από το 1804 έως 1810. Στο βιβλίο με τις εντυπώσεις του έγραψε: «8 Ιουνίου:Έχοντας διασχίσει στις 7:23 το ποτάμι που έρχεται σε μικρή απόσταση πάνω από το Λαχανόκαστρο (Ωραιόκαστρο) και που είναι τώρα ένα καθαρό και γρήγορο ρυάκι, αν και ξηρό το μεσοκαλόκαιρο, ανεβαίνουμε μέσα από ένα δάσος από βελανιδιές και καστανιές στα Τσαραπλανά. Είναι ένα χωριό σε ωραία τοποθεσία κοντά στην κορυφή της ράχης που ανεβαίνει προς το βουνό Νεμέρτσικα (Μερόπη), ανάμεσα από υψώματα γεμάτα κοπάδια και περικυκλωμένα από αμπέλια στα οποία οι εργάτες σκάβουν την γη με δικέλια. Περνάμε μετά την κορυφή της ράχης και κατεβαίνοντας μέσα σε δάση με βελανιδιές στις 9:00 διασχίζουμε το δρόμου που έρχεται κατευθείαν από την Πρεμετή στα Ιωάννινα και στις 9:30 φθάνουμε στη Συκιά. Η Συκιά έχει 10 ή 12 σπίτια μόνο και βρίσκεται σε μια πλαγιά, πάνω από τη διασταύρωση των δύο μεγάλων παραποτάμων του Βιόσα (Αώου), που ονομάζονται Κονιτσιώτικος και Βοϊδομάτης».

Το 1886 (25 Μαρτίου) γεννήθηκε στα Τσαραπλανά ο κατά κόσμον Αριστοκλής Σπύρου και μετέπειτα Οικουμενικός Πατριάρχης Αθηναγόρας ο Α΄. Από το 1912 τα Τσαραπλανά είχαν τακτική συγκοινωνία με τα Ιωάννινα και την Πρέβεζα. Τα δρομολόγια εκτελούντο με αμάξια του Τσαραπλανίτη Βασιλείου Οικονόμου (βλέπε σχετική διαφήμιση της εποχής). Υπήρξε εποχή που το Βασιλικό είχε 3 γιατρούς, 5 δασκάλους με 250 παιδιά στο δημοτικό σχολείο, 5 τσοπαναραίους για τα 3.000 αιγοπρόβατά του, 3 γελαδάρηδες , 300 υποζύγια, 3 παπάδες για τις 14 (τότε) εκκλησίες του. Οι κάτοικοι το 1895 (σύμφωνα με τα στοιχεία της Οθωμανικής διοίκησης) ήταν 1.280. Μέχρι το 1927 λειτουργούσε Σχολαρχείο.
Η πολυπόθητη απελευθέρωση ήρθε το 1913. Η αναγνώριση της κοινότητας Τσαραπλανών έγινε με το από 7-8-1919 Βασιλικό Διάταγμα   (ΦΕΚ 184/19-8-1919), ενώ με το από 12-3-1928 Διάταγμα (ΦΕΚ 81/14-5-1928) μετονομάσθηκε σε κοινότητα Βασιλικού.
Στα Τσαραπλανά δίδαξαν μεγάλες πνευματικές μορφές, όπως ο λόγιος από τις Δρυμάδες Νεάνθης, ο ερευνητής και  συγγραφέας Αθανάσιος Παπαχαρίσης, ο ιστοριοδίφης Σπ. Κοντονάσιος κ.α.
Στις δεκαετίες 1950-1960 λειτουργούσαν:
Μαθητικές κατασκηνώσεις τους θερινούς μήνες που φιλοξενούσαν περί τα 200 παιδιά σε κάθε σειρά της περιόδου.
Οικοκυρική Σχολή του Υπουργείου Κοινωνικής Πρόνοιας που φοιτούσαν κορίτσια ηλικίας 13 έως 16 ετών.
Ταπητουργική Σχολή του Ταπητουργικού Οργανισμού του Υπουργείου Βιομηχανίας.
Γεωργικός και Δασικός Συνεταιρισμός. Σήμερα οι κάτοικοι είναι 254 (απογραφή 2001), το Δημοτικό Σχολείο έχει κλείσει, ο Αγροτικός Γιατρός έρχεται στο χωριό 3 μέρες την εβδομάδα, οι εκκλησίες έγιναν 16 και ο μοναδικός ιερέας εκτός από το Βασιλικό καλύπτει τις θρησκευτικές ανάγκες και άλλων χωριών της περιοχής. Αποτελεί δε Τοπική Κοινότητα του "Καλλικρατικού" Δήμου Πωγωνίου


[Πηγή: http://vassiliko.blogspot.gr/]

Κυριακή, 30 Ιανουαρίου 2011 15:41

Αγιος Κοσμάς

Το Τοπικό Διαμέρισμα Άγιος Κοσμάς είναι ένα μικρό γραφικό χωριό κουρνιασμένο στη φούχτα τριών καταπράσινων υψωμάτων απέναντι από τα δύο γιγαντιαία βουνά της ευρύτερης περιοχής: τη Νεμέρτσικα και το Πάπιγκο. Το μεγαλύτερο από αυτά τα τρία υψώματα, που φέρει την ονομασία Άι-Λιάς, από το ομώνυμο εξωκλήσι, δεσπόζει πάνω από την κοιλάδα του Γορμού ποταμού, ο οποίος κλωθογυρίζει το χωριό από βορά και ανατολή. Η ευρύτερη περιοχή, που ανήκει στο χωριό ανέρχεται περίπου σε 8 χιλ. στρέμματα. Αποτελείται από κάθε είδος εδαφικής μορφολογίας: Κατάφυτες από κάθε λογής άγριας πυκνής χλωρίδας λοφοσειρές, που χωρίζονται με απότομες ρεματιές, εκτεταμένα δρυοδάση και λιβαδοχώραφα. Το υψόμετρο κυμαίνεται από 550 έως 775μ πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας.


Το χωριό όπως προαναφέρθηκε είναι μικρό σε έκταση, αλλά έχει μεγάλο ιστορικό παρελθόν. Παλαιότερα ονομάζονταν Κακουσιοί. Οι ιστορικοί συγγραφείς αναφέρουν ότι, πριν από αρκετούς αιώνες, ήταν ακμάζουσα Κόμη και μέχρι το έτος 1635 μεταξύ των κατοίκων της περιλαμβάνονταν και ορισμένοι τιμαριούχοι (Χριστιανοί σπαχίδες). Μέχρι το έτος 1718 αποτελούνταν τουλάχιστον από δύο οικισμούς. Ο μεγαλύτερος από αυτούς, καταστράφηκε εκείνο το χρόνο από λοιμό. Έκτοτε, η τοποθεσία του ονομάζεται ‘Η άλλη χώρα’ και τα ερείπιά του διακρίνονται και σήμερα, περίπου σε απόσταση 600 μέτρων δυτικά από τον άλλο οικισμό, που βρίσκεται το χωριό. Το χωριό, παρά τη συρρίκνωση που υπέστη από αυτή την καταστροφή, εξακολούθησε να έχει σημαντική επιρροή στην ευρύτερη περιοχή, πριν, κατά τη διάρκεια, αλλά και μετά την κυριαρχία του Αλή Πασά. Ανέδειξε σημαντικές προσωπικότητες, όπως οι αδερφοί Καραφύλλη, που εξανάγκασαν με τα όπλα τους μπέηδες του Λαχανόκαστρου, να απομακρυνθούν από το γειτονικό χωριό και να καταφύγουν στην Κόνιτσα. Τον Μήτρο Μαρίτση που ανήκε και προσέφερε υπηρεσίες στη Φιλική Εταιρεία. Τον οπλαρχηγό του Πωγωνίου Γιάννη Δάκα, που χάρη σ΄ αυτόν και τους άνδρες του κατανικήθηκαν οι Αλβανοί αντάρτες το 1832 στη μάχη της Επισκοπής και που αργότερα μαζί με το γιο του βρήκαν μαρτυρικό θάνατο στην Πηγή Κεφαλοβρύσου. Τον Αθανάσιο Κιτσώνα, Δήμαρχο του Πωγωνίου κατά τα τελευταία χρόνια της τουρκοκρατίας και πρώτο Διοικητή του ελεύθερου Πωγωνίου το έτος 1913. Τον τελευταίο αιώνα το χωριό ανέδειξε πολλούς ανθρώπους των γραμμάτων, κυρίως εκπαιδευτικούς και ποιητές. Αυτό οφείλεται στους ευεργέτες ξενιτεμένους, οι οποίοι φρόντισαν όχι μόνο να χρηματοδοτήσουν το κτίσιμο σχολικών κτιρίων (Αρρεναγωγείο και Παρθεναγωγείο) από τα μέσα του προπερασμένου αιώνα, αλλά και να καλύψουν εσαεί το κόστος της συντήρησης των σχολείων αφήνοντας σχετικό κληροδότημα (Πορφύρης, Οικονόμου).

Το μεγάλο όμως απόκτημα του χωριού, που από αμνημονεύτων χρόνων το έκανε ξακουστό στα πέρατα της Ηπείρου, κυρίως της Βορείου, είναι η εκκλησία του. Ο Ιερός Θαυματουργός Ναός του Αγίου Νικολάου. Παλαιότερα υπήρχε η συνήθεια να μεταφέρονται στην εκκλησία και να παραμένουν σιδηροδέσμιοι για κάποιο χρονικό διάστημα οι ψυχικώς πάσχοντες (φρενοβλαβείς), προκειμένου να θεραπευτούν με τη χάρη του Αγίου. Επίσης υπήρχε συνήθεια και εξακολουθεί έστω και περιορισμένα να υπάρχει, να επισκέπτονται την εκκλησία και να κοιμούνται μέσα πλήθη πιστών, ακόμη και από άγνωστα μακρινά χωριά. Ειδικά κάθε παραμονή του Τιμίου Σταυρού(14 Σεπτεμβρίου) η προσέλευση ήταν ιδιαίτερα πολυπληθής. Μέχρι τα τέλη του προπερασμένου αιώνα υπήρχε στη θέση παμπάλαιος Βυζαντινός Ναός. Το 1905 κτίστηκε νέα Βασιλική σύγχρονου ρυθμού. Παρέμειναν όμως το κωδωνοστάσιο και τα κελιά. Επίσης διατηρήθηκαν το ξυλόγλυπτο εικονοστάσιο του ναού (τέμπλο) με όλες τις εικόνες (Δεσποτικές, Απόστολοι, Δωδεκάορτο) καθώς και διάφορα άλλα κειμήλια.

Σήμερα στο χωριό εξακολουθούν να υπάρχουν πολλά πετρόκτιστα αρχοντικά σπίτια. Βεβαίως τα περισσότερα από αυτά, που οι γνωστές συγκυρίες και οι σύγχρονες συνθήκες διαβίωσης ανάγκασαν τους ιδιοκτήτες τους να τα εγκαταλείψουν, έχουν υποστεί διάφορες αλλοιώσεις από ατυχείς αλλά αναγκαίες επεμβάσεις. Οι αλλοιώσεις αυτές είναι αναστρέψιμες. Χρειάζεται όμως η κρατική μέριμνα, διότι είναι κρίμα να χαθεί αυτός ο μοναδικός παραδοσιακός θησαυρός.

Μέσα στο χωριό εκτός από την εκκλησία μπορεί κάποιος να επισκεφτεί την δεντροφυτεμένη όμορφη κεντρική πλατεία. Να καθίσει κάτω από τον υπεραιωνόβιο πλάτανο και να απολαύσει τόσο την θαυμάσια θέα της Νεμέρτσικας, όσο και τα εκλεκτά μεζεδάκια του Κοινοτικού Καφενείου. Μπορεί επίσης να επισκεφτεί το Πολιτιστικό Κέντρο, όπου εκτίθενται διάφορα στοιχεία σχετικά με την ιστορία και την παράδοση του χωριού. Γύρω από το χωριό υπάρχουν περιοχές με καταπληκτική πανοραμική θέα. Ενδεικτικά αναφέρονται το ύψωμα Κούλα, το Κιόσκι, το Τσαΐρι και ο Άι – Λιάς. Επίσης υπάρχουν πάρα πολλά μονοπάτια και κυκλικές διαδρομές που οδηγούν σε πολύ ενδιαφέρουσες τοποθεσίες, όπου κυριαρχεί η άγρια φυσική ομορφιά.

Κυριακή, 30 Ιανουαρίου 2011 15:34

Χρυσόρραχη

Η Χρυσορράχη είναι ορεινό χωριό του νομού Ιωαννίνων. Βρίσκεται 41 χιλιόμετρα βόρεια των Ιωαννίνων και σε υψόμετρο 552 μέτρων. Διοικητικά ανήκει στο δήμο Καλπακίου. Απέχει από τα Ιωάννινα 41 χιλιόμετρα, από Αθήνα (μέσω γέφυρας Ρίου) 472 χλμ. και από Θεσσαλονίκη (μέσω Κοζάνης) 310 χλμ.

Σύμφωνα με την απογραφή του 2001 το χωριό έχει μόνιμο πληθυσμό 148 ατόμων και η βασική ασχολία των κατοίκων είναι η κτηνοτροφία. Η Χρυσορράχη είναι από τα ελάχιστα χωριά του νομού που αριθμούν τόσες εκκλησίες (Αγίας Τριάδος, Ταξιαρχών, Προφήτη Ηλία, Αγίου Αθανασίου, Παναγίας, Αγίας Παρασκευής, Αγίου Γεωργίου, Αγίου Κωνσταντίνου), από τις οποίες οι πέντε πρώτες έχουν χαρακτηριστεί μνημεία. Η κεντρική εκκλησία της Αγίας Τριάδος, η ογκωδέστερη από όλες τις εκκλησίες των όμορων δήμων και όχι μόνο, χτίστηκε το 1871. Η μονή του Αγίου Αθανασίου, μετόχι, άλλοτε, (μετά τον 16ο αιώνα και μέχρι το 1718) της Ευαγγελίστριας Σωσίνου, βρίσκεται προς τα Βόρεια του χωριού σε πυκνό πουρναρόδασος.

Από τα μέσα τουλάχιστον του περασμένου αιώνα το χωριό διατηρούσε σχολείο των κοινών γραμμάτων και προς τα τέλη του και ελληνικό Τριτάξιο (Σχολαρχείο),το οποίο μετά το 1929 στεγάζεται στο  υπάρχων παλιό πέτρινο κτίριο ,που βρίσκεται στο κέντρο του χωριού και που χτίστηκε με χρήματα της μονής του Αγίου Αθανασίου, ύστερα από την πώληση των αιγοπροβάτων. Το κτίριο ,σήμερα, φιλοξενεί το γραφείο του Πολιτιστικού Συλλόγου, το Στέκι της Νεολαίας, τη Δανειστική Βιβλιοθήκη, το Λαογραφικό Μουσείο, τον Ξενώνα και το Ιατρείο. Απέναντι από το σχολείο, στον ίδιο χώρο, είναι το πολιτιστικό κέντρο ,που λειτουργεί  και σαν καφενείο, όπου μπορεί κανείς να απολαύσει πικάντικους παραδοσιακούς μεζέδες και ντόπιο τσίπουρο.Δυτικά, πάνω από το χωριό σώζονται ερείπια αρχαίου κάστρου των Μολλοσών (Ακρόπολη Χρυσόρραχης).

Τοπωνύμιο

Το 1927, η κοινότητα απέκτησε το νέο όνομα Χρυσορράχη, αντί του Ζαγόριανη που ίσχυε μέχρι τότε.[1] Ο Λαμπρίδης [2] το αναφέρει με τον τύπο Ζαγοριανή αλλά και Ζαγόριανη παρακάτω, τοπωνύμιο το οποίο ερμηνεύει ως οπισθοβούνιο ή επιβούνιο. Κατά το Vasmar, το τοπωνύμιο Ζαγόριανη προέρχεται από την σλάβικη λέξη Zagorjane ("αυτός που κατοικεί πίσω από τα δάση") και αυτό από το τοπωνύμιο Zagori και την δηλωτική κατοίκων ενός τόπου, κατάληξη -jani. Από όλα αυτά συνάγεται ότι το όνομα Ζαγόριανη (= οπισθοβούνιος  δόθηκε πιθανότατα από τους πίσω, την δυτική πλευρά εγκατασταθέντες σλάβους στην κοιλάδα του Άνω Καλαμά.

Ιστορικό

Για πρώτη φορά το χωριό Ζαγόριανη αναφέρεται το 1431, όταν παραδόθηκε η πόλη των Ιωαννίνων στον Σινάν Πασά, που δόθηκε ως τιμάριο στην Βαλιδέ Σουλτάνα (μητέρα του εκάστοτε Σουλτάνου).{{πηγή} Ο Αλή Πασάς αρπάζοντας το, το έκανε τσιφλίκι του, για να περιέλθει μετά τον θάνατό του στο δημόσιο, έγινε δηλαδή ιμπλιάκι, σύμφωνα με επίσημη μαρτυρία του 1850 υπογραφόμενη από τους μουχμπίρηδές του και των περιχώρων:

[...]εσυνάχθημεν εις το κοτζέκι του ιμπλιακιού Ζαγόριανης κατέμπροσθεν του εις τον ενδοξότατον Αμπντουραήμ εφένδην τον μεμούρηντου αυθεντός μας και του ιερού Μιτζλισιού...

Τον «τιμαλφή της ιδιοκτησίας τίτλον» τον απέκτησε μόλις το 1922, όπως και τα υπόλοιπα 79 ιμπλιακοποιημένα κεφαλοχώρια της Ηπείρου. Κατά τον Αραβαντινό (1856) το χωριό είχε "οίκους χριστιανικούς" 48 και "στεφάνια" 80. Υπάγονταν στην επισκοπή Βελλάς και Κόνιτσας και ήταν ιμπλιάκι.

Ο ευρύχωρος νάρθηκας της εκκλησίας της Αγίας Τριάδος χρησιμοποιούνταν ως το 1929 σαν διδακτήριο με τρεις δασκάλους.Ο γυναικωνίτης του ναού διαμορφώθηκε κατάλληλα και μετατράπηκε σε Εκκλησιαστικό Μουσείο, όπου σε ειδικές προθήκες φυλάσσονται ασφαλισμένα εκκλησιαστικά μνημεία (εικόνες, ιερά σκεύη, βιβλία κ.λ.π.). Η των Ταξιαρχών, η αρχαιότερη, ανηγέρθη "ΕΠΕΤΟΥΣ ΖΟΕ (=1567)". Η μονή του Αγίου Αθανασίου, μετόχι, άλλοτε, (μετά τον 16ο αιώνα και μέχρι το 1718) της Ευαγγελίστριας Σωσίνου είναι προς τα Βόρεια του χωριού σε πυκνό πουρναρόδασος, 

Από τα μέσα τουλάχιστον του περασμένου αιώνα το χωριό διατηρούσε σχολείο των κοινών γραμμάτων και προς τα τέλη του και ελληνικό Τριτάξιο (Σχολαρχείο), το οποίο μετά το 1929 στεγάζεται στο υπάρχον παλιό πέτρινο κτίριο, που βρίσκεται στο κέντρο του χωριού και που χτίστηκε με χρήματα της μονής του Αγίου Αθανασίου, ύστερα από την πώληση των αιγοπροβάτων. Το κτίριο, σήμερα, φιλοξενεί το γραφείο του Πολιτιστικού Συλλόγου, το Στέκι της Νεολαίας, τη Δανειστική Βιβλιοθήκη, το Λαογραφικό Μουσείο, τον Ξενώνα και το Ιατρείο. Απέναντι από το σχολείο, στον ίδιο χώρο, είναι το πολιτιστικό κέντρο, που λειτουργεί και σαν καφενείο. Δυτικά, πάνω από το χωριό σώζονται ερείπια αρχαίου κάστρου των Μολοσσών.

Αξιοθέατα

Ακρόπολη (Καστρί) Χρυσορράχης

Δυτικά, πάνω από το χωριό στο «Καστρί», σώζονται ερείπια αρχαίου κάστρου των Μολοσσών, θέση από την οποία επόπτευαν και έλεγχαν το εύφορο λεκανοπέδιο του Καλαμά, αλλά και τις όποιες διαθέσεις του άλλου ηπειρωτικού φίλου, των Χαόνων. Ο τρόπος χτισίματος είναι ο ίδιος με της Δωδώνης και είναι το τελευταίο από μια σειρά παρόμοιων από την Δωδώνη έως εδώ διάστημα[3]. Εδώ ο Αραβαντινός τοποθετεί την πόλη Βούνειμα «κληθείσαν ούτω δια το νέμεσθαι, βόας εξαιρέτους εν τη θέση ταύτη», επειδή γειτονεύει με την απέναντι Τράμπυα στη θέση της Παλαιογκρίμπιανης, συμφωνώντας έτσι με το Στέφανο Βυζάντιο, ο οποίος τοποθετεί τα Βούνειμα «πόλιν της Ηπείρου πλησίον της Τραμπύας», τα οποία «Λαβών χρησμόν ο Οδησσεύς ελθών προς άνδρας, οι ουκ οίασι, βούν ουν θύσας έκτισε.....»

Μονή Αγίου Αθανασίου Χρυσορράχης (Ζαγοριάνης)

Η μονή του Αγίου Αθανασίου στα βόρεια του χωριού της Χρυσόρραχης, μέσα σε πυκνό πουρναρόδασος, φρουριακού τύπου με ψηλό μαντρότοιχο, μετόχι άλλοτε, (μετά τον 16ο αιώνα και μέχρι το 1718) της Ευαγγελίστριας Σωσίνου, ο ναός της οποίας, μονόκλιτη βασιλική, καμαρόσκεπη και κατάγραφη (διπλή αγιογράφηση) ιστορήθηκε το έτος ΑΨΜ (=1740) «δια χειρός αμαρτωλού Νικολάου», που αγιογράφησε και μονή των Μετεώρων και συμπληρώθηκε το 1756 από τους Καπεσοβίτες Ιωάννη και Αναστάσιο. Στην εσωτερική γραφική και ήσυχη αυλή του μοναστηριού υπάρχουν τα κελιά, η Τράπεζα και η Στέρνα, χτισμένη και αυτή το 1756.Σύμφωνα με ενυπόγραφη δήλωση των μουχταροδημογερόντων του (28 Οκτωβρίου 1865), το μοναστήρι είχε στην κατοχή του «εξ αμνημονεύτων χρόνων» 54 χωράφια 204 στρεμμάτων από τα οποία έδινε μόνο το δέκατον «εις τους κατά καιρόν σπαχήδες του τόπου μας, Ομέρ αγά Πέτα και λοιπούς κατά τα μπεράτια των. Αφού δε, καταλήγει, συνεστήθη το βασιλικόν τανζιμάτ εις τα μέρη μας δίδετε το δέκατον εις τον βασιλικόν χαζνέν...»

Από τα έσοδα της μονής πληρώνονταν και ο εκάστοτε «ελληνοδιδάσκαλος», που δίδασκε στο σχολείο του χωριού. Η μονή πανηγυρίζει με παράθεση δείπνου κοινού, παλαιοκαιρίσια μαγειρίτσα, το πρώτο Σαββατοκύριακο μετά το Δεκαπενταύγουστο, γιορτή της 1η Σεπτεμβρίου του Αγίου Συμεών του Σπηλίτη, η κάρα του οποίου ανήκει στην μονή και ήρθε από την Κωνσταντινούπολη, άγνωστο πότε.

Ναός Αγίας Τριάδας Χρυσορράχης

Η εκκλησία αυτή είναι η κεντρική του χωριού και η ογκωδέστερη από όλες τις άλλες.  Χτίστηκε το 1781 και ο ευρύχωρος νάρθηκάς της χρησιμοποιούνταν ως το 1929 ως διδακτήριο με τρεις δασκάλους.

Παραπομπές

  1. Πανδέκτης - Μετονομασίες οικισμών
  2. Αγαθοεργήματα και Κουρεντιανά
  3. N. Hammond, "Epirus" Oxford 1967

   
 
  
Βρίσκεστε εδώ: Home Εποπτευόμενοι φορείς Διαχειριστής