Εκτύπωση αυτής της σελίδας
Τετάρτη, 12 Νοεμβρίου 2014 10:31

Καταγραφή Πολυφωνικών Τραγουδιών [Παραδοτέο προγ. POLYSONG]

Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(13 ψήφοι)

Κατηγορία 2 – Καταγραφή Πολυφωνικών Τραγουδιών

Τα κείμενα των πολυφωνικών τραγουδιών

Αγαπημένη συντροφιά 
Αγαπημένη συντροφιά μου λέει να τραγουδήσω.
Εγώ τους λέγω δεν μπορώ, τραγούδια δεν τα ξέρω.
Ε- για πιάστε με να σηκωθώ και βάλτε με να κάτσω
να πω τραγούδια θλιβερά και παραπονεμένα.
Ε- χωρίζει η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα,
ε- χωρίζονται τα νιόγαμπρα, τα νιοστεφανωμένα.
Άϊντε Μάρω στο πηγάδι

-Άϊντε, Μάρω, στο πηγάδι, άϊντε γι ανερό, μωρέ,
άϊντε, Μάρω, στο πηγάδι, άϊντε για νερό.
-Καρτεράτε, αδερφούλες, για να ζαλωθώ,
για να πάρω τη βαρέλα και το μαστραπά.
Πίν’ ο Γιάννος στο πηγάδι, ο πλανογιαννός,
που πλανεύει τα κορίτσια και τις έμορφες,
που με πλάνεψε κι εμένα και δεν έρχομαι.

Αλησμονώ και χαίρομαι
Αλησμονώ και χαίρομαι, θυμιούμαι και λυπούμαι.
Θυμήθηκα την ξενιτιά και θέλω να πηγαίνω.
-Σήκου, μάνα μ’, και ζήμωσε καθάριο παξιμάδι.
Με πόνους βάζει το νερό, με δάκρυα το ζυμώνει
και με πολύ παράπονο βάζει φωτιά στο φούρνο.
-Άργησε, φούρνε, να καείς και ’συ ψωμί να γένεις,
για να περάσει ο κερατζής κι ο γιος μου ν’ απομείνει.
 
Άλφα – βήτα
Άλφα βή- μάυρα μου μάτια άλφα βήτα μου, η μεγάλη.
Άλφα – βήτα μου η μεγάλη, στου τον κόσμο δεν είν’ άλλη.
Βήτα, βάζεις με το νου σου, να τοϊ πω στου ορισμούς σου.
Γάμα, γράψε με ’να γράμμα, για να περβατούμ’ αντάμα.
Δέλτα, δε σου φανερώνω της καρδούλας μου το πόνο.
Έψιλον, ψηλή κυρά μου σ’ έχω μέσα στην καρδιά μου.
Ζήτα, ζώνω μεσ’ τα φίδια για τα δυο σου μαύρα φρύδια
Ήτα, είσαι σαν το χιόνι, παχουλή σαν το λεϊμόνι.
Θήτα, θέλω να σε πάρω με παπά και με κουμπάρο….

Αμερική – Αμερική 
Αμερική, Αμερική, μαγκούφο και ρημαδιακή,
Με τις κίτρινες τις λύρες άφησες γυναίκες χήρες.
Με τα πράσινα δολάρια σκλάβωσες τα παλικάρια
Ανάμεσα τρεις θάλασσες

Ανάμεσα τρεις θάλασσες, τριαντάφυλλο κυρ’ κόκκινο,
πύργος θεμελιωμένος, νεράτζι και λεϊμόνι.
Και μέσα η κόρη κι αμάν-αμάν, και μέσα η κόρη κάθονταν,
χρυσές πλεξούδες πλέκει, νεράτζι και λαϊμόνι.
Και με τον ήλιο μάλωνε, τριαντάφυλλο κυρ’ κόκινο
και με τον ήλιο λέει, νεράτζι και λαϊμόνι:
-Για έβγα η-ωχ κι αμάν-αμάν, για έβγα ήλιε για να βγω
να λάμψεις και να λάμψω, νεράτζι και λεϊμόνι.

Εσύ με τις ακτίνες σου, τριαντάφυλλο κυρ’ κόκκινο
κι εγώ με τα φλωριά μου, νεράτζι και λεϊμόνι.
Εσύ μαραίνεις βότανα, τριαντάφυλλο κυρ’ κόκκινο
κι εγώ τα παλικάρια, νεράτζι και λεϊμόνι.

Αναστενάζω βγαίνει αχός
Αναστενάζω, βγαίνει αχός, αχ! και μέσα βράζει ο πόνος.
-Αχ! καρδιά με δεκαοχτώ κλειδιά, γιατί είσαι κλειδωμένη;
Αχ! γι’ άνοιξε, παίξε, γέλασε, σαν που ήσουν μαθημένη.
-αχ! το πώς ν’ ανοίξω, μωρ’, να χαρώ, αχ! να παίξω να γελάσω;
Αχ! τα χέρια που με κλείδωσαν, αχ! είναι ταξιδεμένα.
-Αχ! Ξένε, που μόνος κι έρημος, αχ! σε ξένους τόπους τρέχεις,
αχ! ποιος μαγειρεύει, μωρ’ και δειπνάς; Αχ! ποιος στρώνει και κοιμάσαι;
Αχ! τίνος χεράκια σε κερνούν, ωρέ, και τα δικά μου στέκουν
Αχ! τίνος μεσούλα, μωρ’ τρίβεται και η δικιά μου στέκει;
Τίνος ματάκια σε κοιτούν και τα δικά μου κλαίνε;
Τίνος χειλάκια σε φιλούν και τα δικά μου στέκουν;

Από πάνω απ’ το Μοριά
Από  πάνω απ’ το Μοριά, ταρνανά, από πάνω απ’ το Μοριά, ταρμπομπό,
ροβολούσε ένας πασάς, ταρνανά, ροβολούσε ένας πασάς τάρμπομπο,
φορτωμένος μπουγιουρτιά, ταρνανά, φορτωμένος μπουγιουρτιά, τάρμπομπο.
Κι έγραφαν τα μπουγιουρτιά, ταρνανά, κι έγραφαν τα μπουγιουρτιά, τάρμπομπο,
να παντρεύονται οι γριές, ταρνανά, να παντρεύονται οι γριές, τάρμπομπο,
και να παίρνουν από δυο, ταρνανά, και να παίρνουν από δυο, ταρμπομπό,
ένα γέρο κι ένα νιο, ταρνανά, ένα γέρο κι ένα νιο, ταρμπομπό,
Το ’μαθαν κι αυτές οι γριές, ταρνανά, το ’μαθαν κι αυτές οι γριές, ταρμπομπό,
Λούζονται, χτενίζονται, ταρνανά,  λούζονται χτενίζονται, ταρμπομπό,
στραβοφακιολίζονται, ταρνανά, στραβοφακιολίζονται, ταρμπομπό,
Μια γριά μονόδοντη, ταρνανά, μια γριά μονόδοντη, ταρμπομπό,
Λούζεται χτενίζεται, ταρνανά, λούζεται χτενίζεται, ταρμπομπό,
θέλει να πάρει κι αυτή δυο, ταρνανά, θέλει να πάρει κι αυτή δυο, ταρμπομπό,
ένα γέρο κι ένα νιο, ταρνανά, ένα γέρο κι ένα νιο, ταρμπομπό,
άι, το γέρο για δουλειά, ταρνανά, άϊ το γέρο για δουλειά, ταρμπομπό,
και το νιο φια (ν) αγκαλιά, ταρνανά, και το νιο για (ν) αγκαλιά, ταρμπομπό,
Κι ο νιος από το φόβο του, ταρνανά, κι ο νιός από το φόβο του, ταρμπομπό,
μέσ’ το φούρνο χώθηκε, ταρνανά, μεσ’ το φούρνο χώθηκε, ταρμπομπό,
Να και η βάβω από κοντά, ταρνανά, να κι η βάβω από κοντά, ταρμπομπό,
με σαράντα δυο δαυλιά, ταρνανά, με σαράντα δυο δαυλιά, ταρμπομπό,
Για το φούρνο καίω εγώ, ταρνανά, για το φούρνο καίω εγώ, ταρμπομπό,
για το νιο θα πάρω εγώ, ταρνανά, για το νιο θα πάρω εγώ,  ταρμπομπό,
Κι ο νιος από το φόβο του, ταρνανά, κι νιος από το φόβο του, ταρμπομπό,
πάνω στο δέντρο ανέβηκε, ταρνανά, πάνω στο δέντρο ανέβηκε, ταρμπομπό,
Να και η βάβω από κοντά, ταρνανά, να και η βάβω από κοντά, ταρμπομπό,
με (ν) τσεκούρα στη ποδιά, ταρνανά, με (ν) τσεκούρα στη ποδιά, ταρμπομπό.

Από πέρα απ’ το ποτάμι
Από πέρα απ’ το ποτάμι, μωρ’ Μαρώ και Μαρίγια,
Μάρανθος και ντερντελίνα,  γεια σου, Μάρω και Μαρίγια.
Κι από δώθε απ’ το πλατάνι κάθονταν Ρωμιός και Τούρκος.
Το Ρωμιό τον λένε Γιάννο και το Τούρκο Σουλεϊμάνο.
Είχε ο Γιάννος μια κοπέλα που τη λέγανε Ζαχάρω.
Του λέει ο σουλεϊμάνος: -Θα το παίρνω το Ζαχάρω
-Δε τη δίνω, Σουλεϊμάνο, δε στο δίνω το Ζαχάρω.
Από πέρα απ’ το ποτάμι
Από πέρα απ’ το ποτάμι, μωρ’ Μαρώ μωρ’ Μαρίνα,
από πέρα απ’ το ποτάμι, Κατερώ, Κατερίνα,
κάθονταν Ρωμιός και Τούρκος.
Τον Ρωμιό τον λένε Γιάννο και τον Τούρκο Σουλεϊμάνο.
Έχει ο Γιάννος μια κοπέλα, τη γυρεύ’ ο Σουλεϊμάνος,
να τη δώσει στον υγιό του.
-Δε στη δίνω την κοπέλα, δεν την κάνω Τουρκοπούλα.

Από τα μικρά μου χρόνια

Από τα μικρά μου χρόνια θα γυρίσω
κι όλα μου τα ντέρτια θα τα μολογήσω.
Όταν ήμουν δώδεκα χρονών παιδάκι,
πότιζα τι ςέμορφες το πικρό φαρμάκι
και τις ομορφότερες τι ς αγαπούσα.
Άλλες με τα μάτια μ’ έκαναν κομμάτια.
Άλλες με τα φρύδια μ’ έκαναν κοψίδια
κι άλλες με το στόμα μ’ έριξαν στο στρώμα.

Από την ακροποταμιά
Από την ακροποταμιά δεν λείπει τ’ αηδονάκι
Κι εμένα από τα χείλη μου δεν λείπει το φαρμάκι.
Κάλλια να με φαρμάκωνες, παρά που με παιδεύεις,
Που έλιωσα σαν το κερί, κι ακόμη δεν πιστεύεις.
Παίρνω το δικελάκι μου, πάω να σκάψω μνήμα
Να πέσω μέσα ζωντανός, κι εσύ να ’χεις το κρίμα.
Το βλέπεις κείνο το βουνό που άναψε και καίει;
Κάποιος αγάπη έχασε και κάθεται και κλαίει.

Αρβανιτοπούλα μου 
-Μωρ’ αρβανιτοπούλα μου, αχ! και εικόνα μου γραμμένη,
ο κόσμος λεν πωςς σ’ αγαπώ, αχ! και σ’ έχω φιλημένη.
-Που μ’ είδες, που μ’ αγνάντεψες, που μ’ έχεις φιλημένη;
-Από τα μάτια μωρ’ φαίνεσαι απ’ σ’ έχω φιλημένη
κι από τη μέση μωρ’ τη λιανή πως σ’ έχ’ αγκαλιασμένη.
Όσα φτερά και κόκαλα, αχ! έχει το περιστέρι
τόσες φορές σε φίλησα, αχ! και  η μάνα σου δεν ξέρει.
Όσα φτερά και κόκαλα, αχ! ΄σχει η μαύρη κότα
τόσες φορές σε φίλησα, αχ! στη σκάλα και στην πόρτα.

Ασημένια μ’ αλυσίδα
Ασημένια μ’ αλυσίδα, έχω μέρες που δε σ’ είδα.
Έχω μέρες και βδομάδες, που δεν κάνομε σιακάδες.
Άλλα λες κι άλλα μου κάνεις, το ’βαλες να με ζουρλάνεις.
Άλλα μου ’πες στο πηγάδι κι άλλα μου ’κανες το βράδυ.
Έλα, έλα με τε μένα, να περνάς χαριτωμένα.

Άσπρη κάτασπρη βαμπακιά
-Άσπρη κάτασπρη βαμπακιά την είχα στην αυλή μου.
Την πότιζα, τη σκάλιζα, την είχα για δική μου.
Ένας ξένος, παντάξενος ήρθε να μου την πάρει.
-Κρύψε με, μάνα, κρύψε με να μη με πάρει ο ξένος.
-Τι να σε κρύψω, κόρη μου, αφού του ξένου είσαι;
Του ξένου ρούχα φόρεσες, του ξένου δαχτυλίδι.
-Με πούλησες, μωρ’ μάνα, για ένα δαχτυλίδι,
για ένα δαχτυλίδι κι αυτό παλιό παφίλι.

Άσπρο τριαντάφυλλο κρατώ

Άσπρο τριαντάφυλλο κρατώ, μωρ’ Γιαννιωτοπούλα μου
Μου λένε να το βάψω, λουλουδάκι μου γαλάζιο
Λουλουδάκι μου γαλάζιο, σε φιλώ κι αναστενάζω
Κι αν το πετύχω στη βαφή πολλές καρδιές θα κάψω
Θα κάψω νιές, θα κάψω νιους, θα κάψω παλικάρια
Θα κάψω μια μελαχρινή, που μ’ έκαψε κι εμένα.

Αυτού ψηλά που περπατείς
Ν’ αυτού ψηλά που περπατείς, τριγόνα, τριγόνα,
Και χαμηλά κοιτάζεις, τριγόνα μου γραμμένη.
Μην είδες τον αγγέλη μου, τριγόνα, τριγόνα,
Τον αγαπητικό μου, τριγόνα μου γραμμένη
Τον αγαπητικό μου και στέκω μαραμένη.
……………………………………..
Τίνος ματάκια τον κοιτούν, τριγόνα, τριγόνα,
Και τα δικά μου στέκουν, τριγόνα μου γραμμένη,
Και τα δικά μου στέκουν και στέκω μαραμένη.

Αυτού ψηλά που περπατάς
Αυτού ψηλά που περπατάς, τρυγόνα, τρυγόνα,
Και βαρύ λωγιάζεις, τρυγόνα μου γραμμένη.
-Ποιος είδε τον ασίκι μου, τον άντρα το δικό μου;
-Εψές, προψές τον είδαμε στον άμμο ξαπλωμένο.
Μαύρα πουλιά τον τρώγανε κι άσπρα τον τριγυρνούσαν.

Αχειλάκι μου γραμμένο
Αχείθι μου, μελαχρινό εγώ για σένα θα γινώ.
Αχειλάκι μου, γραμμένο εσύ μ’ έχεις τρελαμένο.
Έχασα το μαντίλι μου, καημό πόχουν τα χείλη μου.
Ο ν’ Αντών’, μωρέ ν’ Αντών’, ω, πίνοντας το κρασί.
Πίνοντας να μου το δώσει, γιατί θα το μετανιώσει.

Αχ ντουνιά μου
Αχ ντουνιά μωρέ ντουνιά μου, δεν σε χόρτασε η καρδιά μου
αι ντουνιάς όπου περνάς, και δεν μας καλημεράς
μια καρδιά σαν τη δική μου, πότε κλαίει πότε γελάει
πότε λιανοτραγουδάει, πότε λιανοτραγουδάει.

Βαριά κοιμάσαι κόρη μου
-Βαριά κοιμάσαι, κόρη μου, βαριά είσαι ιδρωμένη
-Βαριά κοιμάμαι, αφέντη μου, βαριά είμαι ιδρωμένη.
Σου είδα όνειρο κακό και δέλει για τε σένα.
Σου είδα, λέει, το γρίβα σου γυμνό, τη σέλα, γιέ μου,
και τ’ άσπρο το μαντήλι σου στη στράτα απλωμένο.
-Τ’ όνειρο που είδες, Λένη μου, καλό είναι για τε μένα.
Το γρίβα είν’ η ξενιτιά και το μαντήλι ο δρόμος
κι η σέλα που ραΐστηκε θα χωριστούμε οι δυο μας.

Βασιλικέ μου 
Ωρέ βασιλικέ μου τι μου μαράθηκες
Ποιος σ’ έβαλε σε λόγια και μ’ απαράτησες
Βασιλικέ πλατύφυλλε με τα σαράντα φύλλα
Σαράντα σε αγαπήσανε κι εγώ ’ρθα και σε πήρα
Βασιλικέ μου πράσινε σου στρώνω να κοιμάσαι
Σου κόβω να μυρίζεσαι και ’μένα να θυμάσαι

Βγένω κυρά Βγένω
Μωρή Βγένω, κυρά Βγένω, μες την πόρτα σου διαβαίνω.
Μες στην πόρτα σου διαβαίνω, το σκυλί σου μ’ αλυχτάει.
Το σκυλί σου μ’ αλυχτάει, κι ο άνδρας σου με πολεμάει.
Ρίξε το σκυλί σου κάτω, και τον άνδρα σου στο λάκκο.
Κάμε το σκυλί σου ζάπι, και τον άνδρα σου χασάπη.
Ρίξε τα μαλλιά σ’ τσιοπίσω, να σε δω να σε γνωρίσω
Ρίξε τα μαλλιά σ’ τσιομπρός, για να ’ρθω να μπω γαμβρός.

Βγήκα για να σεργιανήσω
Βγήκα για να σεργιανήσω – μόι Βασού, μόι Βασίλω,
βγήκα, μωρέ, για να σεργιανήσω – μόι Βασού, άειντε μόι Βασίλω
σε χρυσό μπαξέ μωρή – Βάσω και Βασιλική
σε χρυσό μπαξέ μωρή – Βάσω, μωρέ, μόι Βασιλική
βρίσκω κόρη που κοιμόταν – μόι βασού, μόι Βασίλω
βρίσκω, μωρέ, κόρη που κοιμόταν – μόι Βασού, εζέζα Βασίλω,
στα τριαντάφυλλα μωρή – Βάσω και Βασιλική
στα τριαντάφυλλα μωρή – Βάσω, μωρέ, και Βασιλική
κι έσκυψα να τη φιλήσω - μόι βασού, μόι Βασίλω
έσκυψα να τη να τη φιλήσω - μόι Βασού, εζέζα Βασίλω,
δεν με δέχθηκε μωρή – Βάσω και Βασιλική
δεν με δέχθηκε μωρή – Βάσω, μωρέ, και Βασιλική
Άνοιξε τα αδυο της μάτια και με κοίταξε
και το διαμαντένιο στόμα και μου μίλησε
Που ήσουν φίλε τα χειμώνα όπου κρύωνα
κι ήρθες τώρα καλοκαίρι που ζεσταίνομαι

Βλάχα Δημητρούλα
Βλάχα τι, άι μωρ’ Δημητρούλα μ’, τρούλα μ’,
Βλάχα τι- Βλάχα τ’ είσαι μαραμένη
Και βαριά, άι μωρ’ Δημητρούλα μ’, τρούλα μ’,
και βαριά, και βαριά βαλαντωμένη.
Πήρες ά- άι μωρ’ Δημητρούλα μ’, τρούλα μ’,
πήρες ά-  πήρες άνδρα γέροντα.
Ούτε ζει, άι μωρ’ Δημητρούλα μ’, τρούλα μ’,
ούτε ζει, ούτε και ούτε πεθαίνει.
Κι ού-τε ο χα- άι μωρ’ Δημητρούλα μ’, τρούλα μ’,
κι ούτε ο χα- κι  ούτε ο χάρος, δεν τον παίρνει.

Βλάχα πλένει στο ποτάμι
Βλάχα πλένει στο ποτάμι, μωρ’
Βλάχα, πλε- Βλάχα πλένει στο ποτάμι.
Κι άλλη Βλάχα τη ρωτάει:
-Βλάχα μ’, τι ’σαι σκουμπωμένη και βαριά βαλαντωμένη;
Τι είν’ τα νύχια σου βαμμένα, τα μαλλιά σου μπερδεμένα;

Βεργινάδα
Ένα, δε-, μωρ’ Βεργινάδα, ένας δένδρος, δυο κλωνάρια
κάθονταν, μωρ’ Βεργινάδα, κάθονταν δυο παλικάρια
πούρχονταν μωρ’ βεργινάδα, πούρχονταν απ’ το μισίρι
φορτωμέ-, μωρ’ βεργινάδα, φορτωμένα στο φτιασίδι
πως το δι- μωρ’ Βεργινάδα, πως το δίνεις το φτιασίδι
δεν το δι- μωρ’ βεργινάδα δεν το δίνω εγώ με γρόσια
δεν το δίνω εγώ με γρόσια, με εκατό και με διακόσια
μωρ’ το δίνω με φλωράκια, μ’ όμορφα παλικαράκια.

Βοσκοπούλα καθισμένη
Βοσκοπούλα καθισμένη στην ακρογιαλιά
Σ’ ένα πράσινο λιβάδι κι έβοσκε τ’ αρνιά.
Κυνηγός που κυνηγούσε πέρασ’ από ’κει.
-Καλησπέρα, βοσκοπούλα, τι ζητάς εδώ;
-Έχασα τα πρόβατα μου κι ήρθα να τα βρω.

Για ιδές εκείνο το βουνό
Ωρ’, για δες εκείνο το βουνό, ωρ’ πως άναψε και καίει
Μήτε φωτιά αχ! δεν είναι εκεί, μήδ’ άναψε και καίει.
Κάποιος (ν) αγάπη έχασε και κάθεται και κλαίει.
Καινούργια αγάπη και παλιά με βάλανε στη μέση,
Γερίζω βλέπω την παλιά, καινούρια δεν μ’ αρέσει.
Ν’ ακούμπησα σ’ ένα δεντρί να πω τα βάσανά μου
Και το δεντρί μαράθηκε ν’ από τα δάκρυά μου.
 
Γιάννη μου το μαντίλι σου
Γιάννη μου το, Γιάννη μου το, Γιάννη μου το μαντίλι σου
τι το ’χεις λερωμένο, μωρέ Γιάννη μου.
Γιάννη μου, μωρέ ξενιτεμένε, Γιάννη μου, μωρέ βασανισμένε, μωρέ Γιάννη μου.
Το λέρωσε η ξενιτιά, το λέρωσε, μωρέ, η ξενιτιά,
τα έρημα τα ξένα, μωρέ Γιάννη μου.
Πέντε ποτά- πέντε ποτάμια, πέντε ποτάμια το ’πλυναν
και βάψαν και τα πέντε, μωρέ Γιάννη μου.

Γιαννούλα η μαυρομάτα
Όλες οι νιές παντρεύτηκαν – Γιαννούλα, Γιαννούλα
Κι όλες οι μαυρομάτες – Γιαννούλα μαυρομάτα.                 
Και πήραν παλληκάρια – Γιαννούλα, Γιαννούλα
Κι εσύ τον μαραζιάρη – Γιαννούλα μαυρομάτα.                 
Του στρώνεις πέντε στρώματα– Γιαννούλα, Γιαννούλα
Και δέκα μαξιλάρια – Γιαννούλα μαυρομάτα.                 
-Σιήκου, μαράζι πλάγιασε – Γιαννούλα, Γιαννούλα
Σιήκου, μαράζι πέσε – Γιαννούλα μαυρομάτα.                 
Κι άπλωσε το στεγνόχερο – Γιαννούλα, Γιαννούλα
Στον αργυρό μου κόρφο – Γιαννούλα μαυρομάτα.                 
Να ιδείς του Μάη τις δροσιές – Γιαννούλα, Γιαννούλα
Τ’ Απρίλη τα λουλούδια – Γιαννούλα μαυρομάτα.                 
-Με τι ποδάρια να σκωθώ – Γιαννούλα, Γιαννούλα
Και χέρια να ’κουμπήσω – Γιαννούλα μαυρομάτα.                 

Γιατί με δέρνεις, μάνα
-Γιατί με δέρνεις, μάνα, ωρ’ μάνα, γιατί με τυραγνείς
και θα σου μαρτυρήσω, ωρ’ μάνα, αι το ποιος με φίλησε.
Δεν ήταν ξένος, μάνα, ωρ’ μάνα, ούτε και μακρινός,
ήταν ο γείτονας μας, ωρ’ μάνα, άχ! το λεβεντόπαιδο.
Σύρε, μάνα, αχ! πεσ’ του Γιάννη, θα με πάρει, τι θα κάνει.
-Πήγα, κόρη μ’, και του είπα, δε σε θέλει δίχως προίκα.

Γιώργο μας πήρε η άνοιξη
Ωρέ, Γιώργο, μας πήρε η άνοιξη, Γιωργάκη, Γιωργάκη.
Ωχ, πήρε το καλοκαίρι, μωρέ Γιώργο, λεβέντη.
Τώρα φουντώνουν τα κλαριά και κλειούν τα μονοπάτια.
Τώρα φιλιούντ’ οι έμορφες με τα παλικαράκια.
Κι εσύ, Γιώργο μ’, δε φαίνεσαι να βγεις για το λημέρι.

Γλυκοχαράζουν τα βουνά
Γλυκοχαράζουν τα βουνά κι έμορφες κοιμούνται
και τα καημένα τα παιδιά στα ξένα τεραχνούνται
Ο ξένος εις την ξενιτιά πρέπει να βάλει μαύρα,
για να ταιριάζει η φορεσιά με της καρδιάς τη λαύρα.

Γλώσσα μου γλυκιά μου γλώσσα
Γλώσσα μου γλώσσα μου, γλώσσα μου γλυκιά μου γλώσσα,
Άνοιξε, γλώσσα μου, άνοιξε, πες μας καμπόσα.
Όσα ξε- γλώσσα μου, όσα ξέρεις, κ’ άλλα τόσα.
Τον καιρό, γλώσσα μου, τον καιρό που σ’ αγαπούσα,
Όλο ξε- γλώσσα μου, όλο ξένα κυνηγούσα.
Και τις ε- γλώσσα μου, και τις έμορφες κοιτούσα.
Ποια ’ναι ά- γλώσσα μου, ποια ’ναι άσπρη, ποια ’ναι ρούσα
Ποια ’ναι άσπρη, ποια ’ναι ρούσα, ποια ’ναι η καγκελοφρυδούσα.

Διαμαντόνυφη 
Σήμερα η μάνα του Τάκη όλο δρόμους καθαρίζει
και ταντράφυλλα τους στρώνει.
Και τατντράφυλλα τους στρώνει, να περάσ’ η νύφ’ του Τάκη,
με τη σκούφια στο κεφάλι.
Ποια ’ναι κείνη στα βαμβάκια, διαμαντόνυφη.
Με κλωστή μεταξωτή, διαμαντόνυφη χρυσή.
Ποια ’ναι κείνη που κεντά, διαμαντόνυφη κυρά.
Με κλωστή μεταξωτή, διαμαντόνυφη χρυσή.
Κέντησέ το μου καλά, διαμαντόνυφη κυρά.
Βάλ’ του τέλια και μετάξια, διαμαντόνυφη
και κλωστή μεταξωτή, διαμαντόνυφη χρυσή.

Δεν κλαίτε εσείς, μωρέ παιδιά
Δεν κλαίτε ’σεις, ωρέ παιδιά, ωρ’ μαυρολιθαριώτες,
άιντε κλαίτε ’σεις τα νιάτα σας κι όλη τη λεβεντιά σας,
το που θα κάνετε Πασχαλιά, άιντε το που Χριστός Ανέστη,
μεσ’ του Δελβίνου τα βουνά, στις παγωνιές στα χιόνια.
-Μάνα δε θέλω κλάματα, δε θέλω μοιρολόγια,
εμένα με κλαίνε τα βουνά, με κλαίνε τα λαγκάδια,
με κλαίει μια κόρη ορφανή μιας χήρας θυγατέρα,
που ’χει τον άντρα στο στρατό κάτω στο Τεπελένι,
τρεις χρόνους που τον καρτερεί και που τον παντεχένει.
Αν δε φανεί κι αν δεν θα ’ρθει, καλόγρια θα γένει

Δεν μου βαρούν τα ξένα
Οχ! Δεν με βαρούν τα ξένα
και τα μα- τα μακρινά (δις)
Μόνο με βαρούν της κόρης
τα καμω- καμώματα (δις)
Όπου μου γράφει γράμμα
και αντι- αντιλογιά (δις)
-Άνδρα μου που ’σαι στα ξένα
και στα μα- στα μακρινά (δις)
Ωρ’, αν είσαι να ’ρθεις έλα,
 τι δεν έ- δεν έρχεσαι; (δις)
Ωρ’, εμένα οι δικοί σου,
μ’ αβαρέ- βαρέθηκαν (δις)
Και με προξενούν στα ξένα,
μες στη Ραιδεστό (δις)
Άντρα γέροντα μου δίνουν,
εκατό –ο- χρονών (δις)
Μήνα που ’ναι και γέρος,
 είν’ και ρα- ράθυμος (δις)
Ωρ’, κάθ επρωί με δέρνει,
για τα στρώ- τα στρώματα (δις)
Ωρ’, καικάθε μεσημέρι,
για κρύο, κρύο νερό (δις)

Δεν τα δίνουν τα παιδιά
Δέλβινο, Δέλβινο, Δέλβινο και Τσαμουριά.
Άϊντε, Δέλβινο και Τσαμουριά, άϊντε δεν τα δίνουν τα παιδιά.
Δεν τα δι-, δεν τα δι-, δεν τα δίνουν τα παιδιά.
νιζάμι στο βασιλιά.
Νιζάμι, νιζάμι, νιζάμι στο βασιλιά,
νιζάμι στο βασιλιά, στο σουλτάνο το φονιά.

Δεν το ’ξερα, μωρέ παιδιά
Δεν το ’ξερα, ωρέ παιδιά, άιντε το πότε, γιέ μου, θα πεθάνω,
άιντε, το πότε, γιε μου, θα πεθάνω.
Να φκιάσω το κιβούρι μο, άιντε, πλατύ, γιε μου, για δυο νομάτους,
άιντε, πλατύ, γιε μου, για δυο νομάτους.
Κι από τη δεξιά τη μεριά να αφήσω ο μαύρος παραθύρι,
να φκιάσ’ ο μαύρος παραθύρι.
Να μπαίνει ο ήλιος του Μαγιού, άιντε, τ’ Αυγούστου, γιε μου, το φεγγάρι,
άιντε, τ’ Αυγούστου, γιε μου, το φεγγάρι.

Δεροπολίτισσα
Μωρ’ Δεροπολίτισσα, μωρ’ καημένη
Μωρ’ Δεροπολίτισσα ζηλεμένη
Βάλ’ το φέσι σου στραβά, μωρ’ καημένη
Βάλ’ το φέσι σου στραβά, ζηλεμένη.
Αχ και σύρε στην εκκλησιά, μώρ’ καημένη
Και σύρε στην εκκλησιά, ζηλεμένη.
Με λαμπάδες, με κεριά, μώρ’ καημένη
Με λαμπάδες με κεριά, ζηλεμένη.
Και με μοσχοθυμιατά, μώρ’ καημένη
Και με μοσχοθυμιατά, ζηλεμένη.
Και προσκύνα για τ’ εμάς, μώρ’ καημένη
Και προσκύνα για τ’ εμάς, ζηλεμένη.
Για τ’ εμάς τους Χριστιανούς, μώρ’ καημένη
Για τ’ εμάς τους Χριστιανούς, ζηλεμένη.
Τι μας πλάκωσε η Τουρκιά, μώρ’ καημένη
Τι μας πλάκωσε η Τουρκιά, ζηλεμένη.
Και μας σφάζουν σαν τ’ αρνιά, μώρ’ καημένη
Και μας σφάζουν σαν τ’ αρνιά, ζηλεμένη.
Σαν τ’ αρνιά την Πασχαλιά, μώρ’ καημένη
Σαν τ’ αρνιά την Πασχαλιά, ζηλεμένη.
Τα κατσίκια τ’ Αϊ – Γιωργιού, μώρ’ καημένη
Τα κατσίκια τ’ Αϊ – Γιωργιού, ζηλεμένη.
Τα τραγιά τ’ Αϊ – Θανασιού, μώρ’ καημένη
Τα τραγιά τ’ Αϊ – Θανασιού, ζηλεμένη.   

Δευτέρα μέρα κίνησα 
Δευτέρα μέρα κίνησα, μαύρα της μάτια,
Να πάω για κυνήγι, ξανθή, κοντό καϊτέρι
Κυνήγι δεν εβάρεσα, δεν ήβρα να βαρέσω
Βρίσκω μια κόρη έμορφη, μια καλοκαμωμένη.
Στέκομαι και της ομιλώ, στέκομαι και της λέω:
-Κόρη, τι μάν σ’ έκανε, τι μάνα σ’ έχει κάνει;
-Εμένα η μάνα με ’κανε!
-Να πας να πεις την μάνας σου, γαμπρό για να με κάνει.

Έβγα θύγω μ’ έβγα
Έβγα θύγω μ’ έβγα ν’ όξω από την πόρτα
έβγ’ απ’ τες αυλές σου, σύρε στις δικές σου
τες αρχοντικές σου
βγαίνω τάτα, βγαίνω για μη με παραπαίρεις
ναι με παραπονεύεις
ν’ αποχαιρετήσω τα καλά μου αδέλφια
ν’ αποχαιρετήσω κι όλους τους συγγενείς μου.

Έβγα πεθερά στη σκάλα
-Έβγα, πεθερά στη σκάλα, με το μέλι, με το γάλα,
Με το μέλι, με το γάλα, με τη ζάχαρη στο χέρι.
Ρίξε ρύζι να ριζώσει και σιτάρι να φυτρώσει
Και σιτάρι να φυτρώσει κι ο γαμπρός να το θερίσει.
-Πέζε νύφη.
-Δεν πεζεύω, θέλω τάμα να πεζέψω.
Θέλω τάμα να πεζέψω και να δω να ξεπεζέψω,
Τάμα από τον πεθερό μου, τάμα από την πεθερά μου…

Εκεί ψηλά που περπατείς 
-Εκεί ψηλά που περπατείς και χαμηλοκοιτάζεις,
μην είδες τον ασίκη μου, μην είδες τον καλό μου;
-Εψές, προψές τον είδαμε στον κάμπο ξαπλωμένο,
όιντε! Μάυρα πουλιά τον έτρωγαν κι άσπρα τον τριγυρνούσαν.
Βολές βολές τον τρύπαγαν, βολές βολές του λέγαν:
-Αχ! Κεφάλι κακοκέφαλο, τι σ’ έχουν πεταμένο;

Για πες μας τι κακό έκαμες και σ’ έχουν πεταμένο;
-Φάτε, πουλιά, τα νιάτα μου,  φάτε τη λεβεντιά μου
κι αφήστε τη γλωσσούλα μου κα το δεξί μου χέρι
να γράψω ο μαύρος μια γραφή της μάνας μου να στείλω.
Με καρτερούσε τη Λαμπρή και τις καλές τις μέρες.

Έλα μαυρομάτα έλα
Πέρα σε ’κείνο το βουνό, κοντούλα, τι με μάρανες,
που είναι ψηλό και μέγα, έλα, μαυρομάτα, έλα.
Κι από την, κι αμάν – αμάν, κι από την πίσω τη μεριά
κλήμα ήταν φυτρωμένο, έλα, μαυρομάτα, έλα.
Κάνει σταφύ- κι αμάν – αμάν, κάνει σταφύλια κόκκινα,
κρασάκι σαν το αίμα, έλα, μαυρομάτα, έλα.

Έλα με τε μένα
-Έλα, ’συ μωρή στρουμπού-στρουμπούλο,
 έλα με τε μένα.
Και τρελαί-, μωρή στρουμπού-στρουμπούλο,
και τρελαίνομαι για σένα.
Δεν μπορώ, μωρέ λεβέντη, δε μ’ αφήνει η μαμά μου.
 Φύγε ’συ μωρέ λεβέντη, φύγε ρώτα το μπαμπά μου.
-Άδεια  ’συ,  μωρή στουμπούλο, άδεια μου ’δωσε ο μπαμπά σου
και τρελαίνομαι, στρουμπούλο, και τρελαίνομαι κοντά σου.
-Γλυκοχαράζει η ανατολή και όταν θάρθει η δύση,
εμένα περίμενε, λεβέντη, πάνω στην κρύα βρύση.

Έλα πουλί μου έλα  (Μπατζίτικα)
Έλα πουλί μου έλα έλα και μην αργείς μωρέ έλα και μην αργείς
δρόμους και μονοπάτια να μην τα βαρεθείς μωρέ να μην τα βαρεθείς
Όλο τα Μάη Μάη κι όλον το θεριστή μωρέ κι όλον τον θεριστή
ήρθα για να σε πάρω μου φάνηκες μικρή μωρέ μου φάνηκες μικρή
Όλον τον Μάη  Μάη κι όλον τον Αύγουστο μωρέ κι όλον τον Αύγουστο
ήρθα για να σε πάρω κάνεις τον άρρωστο μωρέ κανείς τον άρρωστο
Τέσσερα πορτοκάλια τα δυο σαπίσανε μωρέ τα δυο σαπίσανε
 ήρθα για να σε πάρω μα δε μ’ αφήσανε μωρέ μα δε μ’ αφήσανε
Τέσσερα πορτοκάλια κι ένα χειμωνικό μωρέ κι ένα χειμωνικό
στην πόρτα σου κυρά μου  θα γίνει φονικό μωρέ θα γίνει φονικό
Εσύ είσαι το σταφύλι κι εγώ το τσάμπουρο μωρέ κι εγώ το τσάμπουρο
όλοι φιλάν στα χείλη κι εγώ στο μάγουλο μωρέ κι εγώ στο μάγουλο.

Ένας κοντός καλόερος
Ενός κοντός καλόερος τρούμπου τρούμπου το ’λεγε
Κι ένα καλοεράκι το τρουμπου τρουμπου λέγει
Να ’χα ’κκλεισιές να ’χα κεργιά  τρουμπου τρούμπου το ’λεγε
Να ’χα κομμάτι αμπέλι το τρουμπου τρουμπου λέγει
Να ’χα και μύλους δώδεκα τρουμπου τρούμπου το ’λεγε
Και πέντε αρνιά στη στάνη το τρουμπου τρουμπου λέγει

Ένα παλικαράκι ρούσο κι έμορφο
Ένα παλικαράκι ρούσο κι έμορφο, Βαγγελίτσα,
καβάλα περπατούσε, συλλογίζοντας.
Και με το νου του λέει: να ’χα πρόβατα,
να είχα και χίλια γίδια, να ήμουν τσέλεγκας.
Να είχα και μια βρυσούλα να τα πότιζα.
Να είχα και μια στρουμπούλα για να τ’ άρμεγα.

Ένα πουλί θαλασσινό
Ένα πουλί θαλασσινό καημένε, Μάρκο Μπότσιαρη,
Λέει σ’ ένα πουλί βουνίσιο, Μάρκο Μπότσιαρη, Σουλιώτη.
-Το Μάρκο τον σκοτώσανε στην άκρη στο ποτάμι.
-Μάρκο, που τα ’χεις τ’ άρματα, λέει, που τα ’χεις τα ντουφέκια;
-Τα πήραν τα συντρόφια μου!

Ένα Σαββάτο βράδυ
Ένα Σαββάτο βράδυ (ν) ωρ’ Όλγα, αχ! μια Κυριακή πρωί
βγήκα να σεργιανίσω (ν), ωρ’ Όλγα, αχ! σ’ εβραίικο νησί.
Βρίσκω μια οβραιοπούλα (ν), ωρ’ Όλγα, αχ! όπου λουζότανε.
Της λέω (ν), -οβρεοπούλα (ν), ωρ’ Όλγα, αχ! να γίνεις χριστιανή,
να λούζεσαι Σαββάτο (ν), ωρ’ Όλγα, αχ! ν’ αλλάζεις Κυριακή
και να μεταλαβαίνεις (ν), ωρ’  Όλγα, αχ! Χριστού και τη Λαμπρή.
Ν’ αυτήν πάει και το λέει (ν) ωρ’ Όλγα, αχ! το λέει στη μάνα της.
-Ρωμιός μου είπε, μωρ’ μάνα, μωρ’ μάνα, αχ! να γίνω χριστιανή,
να λούζομαι Σαββάτο, μωρ’ μάνα, αχ! ν’ αλλάζω Κυριακή.

Έπιασα μια πέρδικα
Έπιασα μια πέρδικα, μωρ’ μάνα,
Έπιασα μια πέρδικα, μάτια μου.
Στο κλουβί την έβαλα
να λαλάει κάθε πρωί
Να ξυπνάει τα νιόγαμπρα
και τα νιοστεφάνωτα.

Εσείς πουλιά πετούμενα
-Ωρ’ εσείς πουλιά πετούμενα κι αηδόνια του Δελβίνου,
Ωρ’ μην είδατε τον άνδρα μου το Δήμο το λεβέντη;
-Ωρ’ εψές προψές τον είδαμε κάτω στο Τεπελένι,
Ωρ’ μαύρα πουλιά τον τρώγανε κι άσπρα τον τροϋριάζαν.
-Για φάτε μου, πουλάκια μου, φάτε τη λεβεντιά μου
Κι αφήστε τα ματάκια μου και το δεξί μου χέρι.
Να γράψω τρία γράμματα σε τρεις μεριές να πάνε.
Το ’να να πάει στη μάνα μου, τ’ άλλο στην αδελφή μου.
Το τρίτο το φαρμακερό στη δόλια μου γυναίκα
Να πάψει να με καρτερεί να μην με παντεχαίνει.
Τα κόκαλά μου τ’ άφησα εδώ στο Τεπελένι.
Με παίρνει το παράπονο και μαύρα δάκρυα χύνω.
Για την πατρίδα τη γλυκιά, πεθαίνω και δεν λιώνω.
Γυναίκα μου, μανούλα μου, τώρα που σας αφήνω;

Εσκοτώθηκα στη μάχη
Εσκοτώθηκα στη μάχη, στου πολέμου τη φωτιά.
Κλάψτε τε με, φανταράκια, και του λόχου τα παιδιά.
Για σεντόνι βάλτε τε μου μια σημαία ελληνική
Να ’χει τ’ ουρανού το χρώμα και στη μέση το σταυρό.
Του Τεπελενιού οι πόρτες δεν ανοίγουν με κλειδιά,
μωρ’ ’τσι ανοίγουν οι τσιολιάδες, της Ελλάδος τα παιδιά.

Εψές με την αστροφεγγιά
Εψές με την αστροφεγγιά μια ’βρεχε, μια χιόνιζε,
με το λαμπρό φεγγάρι ας βρέχει και ας χιονίζει.
Παίρνω το ντουφεκάκι μου και πάω για κυνήγι,
κυνήγι δεν μπορώ να βρω, κυνήγι να σκοτώσω.
Βρίσκω μια κόρη έμορφη στα κίτρινα ντυμένη,
στέκω και την καλημερώ και την καλολογιάζω.
-Κόρη, ποια μάνα σ’ έκανε, μάνα σαν τη δικιά μου;

Εψές προψές επέρασα
Εψές, προψές απέρασα, ρούνα η παπαρούνα μου,
Λεμ’ από τη γειτονιά σου, παπαρούνα γεια σου, γεια σου
Κι άκουσα, που σε μάλωνε η μάνα σου κι θειά σου.
Κι αν σε μαλώνουν για τε με’, πες μου να μη περάσω.
Πες τους ως αγαπιόμαστε και θάρθω να κουβεντιάσω.

Εψές προψές επλάγιασα 
Άιντε εψές προψές βγήκα μάνα και πλάγιασα
Όρερε σε πέτρα μάνα σε λιθάρι, σε λιθάρι
Όρε κι εκεί ήταν μνήμα μάνα κλέφτικο
Όρε θαμμένο μάνα παλικάρι
Όρε δεν το είδα ο δόλιος μάνα και το πάτησα
Άιντε απάνω μάνα στο κεφάλι
Άιντε κι ακούω το μνήμα μάνα να βογκά

Ζαλίζομαι 
Ζαλίζομαι ζαλίζομαι όταν σε συλλογίζομαι
Ζαλιάρικο ζαλιάρικο μικρό και σκανταλιάρικο
Ζαλιάρικο ζαλιάρικο σε μένα ρίχνεις τ’ άδικο
Είσαι γυαλένιος μαστραπάς κι όποιον τον δεις τον αγαπάς

Θέλω να στο πω
-Θέλω να στο ειπώ, κόρη, κι αντρέπομαι
-Πες το μου, λεβέντη, και μην αντρέπεσαι.
-Το χειλάκι σου, το μαγουλάκι σου
γιατί είναι κίτρινο, δεν είναι κόκκινο;
Μήνα αρρώστησες, μήνα θερμάθηκες,
μήνα αγοροφίλημα εδέχτηκες;
-Ούτε αρρώστησα κι ούτε θερμάθηκα
κι ούτε αγοροφίλημα εδέχτηκα.
Μ’ έστειλε η μάνα μου στον κήπο μας
να φραστολογήσω το βασιλικό,
μου ’πεσε ένας κλώνος από τη μηλιά
και με βάρεσε, καλέ μ’, με σκότωσε.

Η κακή μου η συνυφάδα
Η κακή μου η συνυφάδα, ωρ’ μανούλα μου,
Όλο μένα κακοκρένει, γειτονούλα μου.
Που δεν ξέρω η μαύρη ρόκα, ωρ’ μανούλα μου,
Κι έχω τα; Παιδιά μου ζόρκα, γειτονούλα μου.
Ξέρω η μαύρη παραξέρω, ωρ’ μανούλα μου,
Δέκα μήνες ένα δράχτι, γειτονούλα μου.
Όπου ρίχνω στο ποστάβι, ωρ’ μανούλα μου,
Με της γάτας το ποδάρι, γειτονούλα μου.
Κούνια που με κούναγε, ωρ’ μανούλα μου,
Και δεν μ’ αποκούμπαγε, γειτονούλα μου.

Ήλιε μου τι βασίλεψες

-Ήλιε μου, τι βασίλεψες, βαριά βαλαντωμένος;
Μήνα με τ’ άστρα μάλωσες, μήνα με το φεγγάρι;
Μήνα με τ’ άστρα της αυγής, που παν κοντά στην Πούλια;
Μήνα με τον Αυγερινό, που φέγγει την αυγούλα;
-Ούτε με τ’ άστρα μάλωσα, ούτε με το φεγγάρι.
Ούτε με τ’ άστρα της αυγής, που παν κοντά στην Πούλια.
Κι ούτε με τον Αυγερινό, που φέγγει την αυγούλα.
Η μάνα σου με μάλωσε, που αγαπώ εσένα.
Την μάνα σου ερώτησα, για να σε κάνω ταίρι.
Μου το ’πε ορθά κοφτά, γαμπρό της δε με θέλει.

Ήπειρος με τα φλωριά σου
-Ήπειρος με τα φλωριά σου, με την άσπρη φορεσιά σου,
Με την άσπρη φορεσιά σου, που τα έχεις τα παιδιά σου;
-Τα παιδιά μου τα καημένα τα ’χει η τσέτα σκλαβωμένα.
Ήπειρος με τα φλωριά σου, παλικάρια τα παιδιά σου!

Ήρθε ο καιρός να φύγουμε
Ήρθε ο καιρός να φύγουμε, ροδιά μου, ροδιά μου,
καιρός να χωρισθούμε, μικρή ροδακινιά μου.
Στα σπίτια μας να πάμε, ροδιά μου, ροδιά μου,
στο κάτω μαχαλά μας, μικρή ροδακινιά μου.
Και πάλι θα ξανάρθουμε, ροδιά μου, ροδιά μου,
στης νύφης τα πιστρόφια, μικρή ροδακινιά μου.
Να φάμε και να πιούμε, ροδιά μου, ροδιά μου,
και να τους ευχηθούμε, μικρή ροδακινιά μου.

Καλησπέρα δυο σου μάτια
-Καλησπέρα, δυο σου μάτια και κορμί μ’ αγγελικό!
Τι ποτίζεις και δροσίζεις και δε βγαίνεις να σε δω;
-Μωρ’ ποτίζω ρόδα κι άνθη και φλωρί βασιλικό.
-Πότιζέ τα, δρόσισέ τα, να τους πάρω τον καρπό!
-Να τους πάρ’τε  ’σεις τα άνθη, τι τη θέλω τη ζωή,
η μαμά μου, η κακομοίρα, χήρα με κουνάρησε.

Καλότυχα είναι τα βουνά
Καλότυχα ’ναι τα βουνά, καλότυχοι είν’ οι κάμποι,
που θάνατο δεν καρτερούν και χάρο δεν παντέχουν.
Μον’ καρτερούν την άνοιξη, τον Μάη το καλοκαίρι,
Να μπουμπουκιάσουν τα κλαδιά, να λιώσουνε τα χιόνια.
Να βγουνν οι Βλάχοι στα βουνά, να βγουν κι οι Βλαχοπούλες,
Να βγουν και τα Βλαχόπουλα λαλώντας τη φλογέρα.
Να βγουν τα λάγια πρόβατα με τα λαμπρά κουδούνια.

Καλώς ανταμωθήκαμε
Καλώς ανταμωθήκαμε εμείς οι ντερτιλήδες,
να κλάψωμε τα ντέρτια μας και τα παράπονά μας.
Τον ντερτιλή τον άνθρωπο κάτσε κουβέντιασέ τον,
και πέστου ντέρτια της καρδιάς και παρηγόρησέ τον.
Παρηγοριά έχει ο θάνατος κι ελεημοσύνη ο χάρος,
κι ο ζωντανός ο χωρισμός παρηγοριά δεν έχει.

Καλώς το ψίκι απ’ πόρχεται
Καλώς το ψίκι απ’ πόρχεται, καλώς τον μαϊρακτάρη (2)
με τ’ άλογο του παίζοντας, με το σπαθί στο χέρι.
Γιομίστε τα ντουφέκια σας κι ορίστε τα σπαθιά σας,
γιατί θα γένει πόλεμος τη νύφη δεν τη δίνουν(ν)…

Καλότυχη καλόημερη 
Καλότυχη, καλοήμερη ποια θα με πάρει εμένα.
Τον ύπνο δεν τον αγαπώ και το κρασί το πίνω.
Πίνω κανάτα το βραδιό και τρεις το μεσονύχτι
και μεσ’ τα ξημερώματα στραγγίζω το μαντίλι.
Κι όταν μου λένε “πλήρωσε”, στρίβω το μουστακάκι.
Μουστάκι μου, καραμπογιά και φρύδια μου γραμμένα
δεν ντρέπεται για κρέμασμα κι ούτε για τα παγάδια.

Κάποια μάνα πονεμένη 
Κάποια μάνα πονεμένη το παιδί της περιμένει
Κάθεται και γράφει γράμμα πέφτει στο χαρτί το κλάμα
Σεις πουλάκια  που περνάτε και στην ξενιτιά θα πάτε
Και στην ξενιτιά θα πάτε τα παιδιά σας να ρωτάτε
Τα παιδιά σας να ρωτάτε σε ποια αγκαλιά να κοιμάται
Μάνα μου γλυκειά μου μητέρα θ’ ανταμώσουμε μια μέρα
Εγώ γράμμα θα σου στείλω γλήγορα σε περιμένω
Γιατί ζω με την ελπίδα θα γυρίσω στην πατρίδα.

Κάπου μια έμορφη
Κάπου μια όμορφη, κάπου μια μαυρομάτα,
την εμάλωνε (ν) η σκύλα η πεθερά της
κι αραθύμωσε, και στο γιαλό κατέβκε
μαντιλόπλενε τ’ ανδρός της τα μαντίλια.
Φύσηξε βοριάς και ένας κακός αγέρας
και της σήκωσε το γυροφούστανό της
και της φάνηκε ο ποδοστράγαλός της.
Κι έλαμψ’ ο γιαλός κι όλο το περιγιάλι,
κι έλαμψ’ ο κόσμος όλος, μα τι θάλασσα!

Καρδιά με δεκαοχτώ κλειδιά
Καρδιά με δεκαοχτώ κλειδιά όπου είσαι κλειδωμένη
Άνοιξε παίξε γέλασε σαν που ήσουν μαθημένη
Με τι ν’ ανοίξω η ορφανή που είν’ τα κλειδιά χαμμένα
Τα χέρια που μ’ ασφάλισαν είναι ξενιτεμένα
Η ξενιτιά είν’ μακριά σαράντα δυο κονάκια
Να στείλω χαιρετίσματα με δυο χελιδονάκια
Το ένα να πάνει τους καημούς και τ’ άλλο τα φαρμάκια.

Κάτω στα λιβαδάκια Θανάσω
Κάτω στα λιβαδάκια, Θανάσω, κάτω στα κίτρινα
ήτανε τρία αδέρφια, Θανάσω, οχ! τα τρία κλέφτικα.
Μας κλέψαν τη Θανάσω, Θανάσω, οχ! (ν) απόψε μια βραδιά.
-Δεν έσκουζες, Θανάσω, Θανάσω, οχ!  γιατί δεν φώναζες;
-Τι να ’σκουζα η μαύρη, Θανάσω, οχ! το τι αν φώναζα.
Το στόμα μου δεμένο, Θανάσω, μαντήλια στο λαιμό
κι ο μικροκωσταντίνος, Θανάσω, βαρούσε κοντακιές.
-Περπάτα, ωρ’ Θανάσω Θανάσω, άι να βγούμε στο βουνό.
-Το τι να περπατήσω η μαύρη, άι που ’μια ξυπόλητη.
-Περπάτα, ωρ’ Θανάσω, Θανάσω, οχ! κι εκεί ποδένεσαι,
θέλεις παπούτσια βάλεις, Θανάσω, άι θέλεις ποδήματα.

Κάτω στο ρέμα το βαθύ
Κάτω στο ρέ-, Ρίνα, Ρινούλα μου,
κάτω στο ρέμα το βαθύ
πλεν’ η Ρινούλα μοναχή.
Δεξιά μεριά είν’ η πλύστρα της
κι αριστερά η κανίστρα της.
Πάνω κι εγώ με το σκαμνί,
να της τσακίσω το σταμνί,
να πάει στο σπίτι αδειανή.


Κέρνα μας, κέρνα μας
Εμείς εδώ δεν ήρθαμε, κέρνα μας, κέρνα μας, αμάν, αμάν.
Να φάμε και να πιούμε, άντε να κερνάς, να καλοπερνάς.
Ήρθαμε να γλεντήσουμε, κέρνα μας, κέρνα μας, αμάν, αμάν.
Και να σας ευχηθούμε, άντε να κερνάς, να καλοπερνάς.
Να ζήσει η νύφη κι ο γαμπρός, κέρνα μας, κέρνα μας, αμάν, αμάν.
Να ζήσει κι ο κουμπάρος, άντε να κερνάς, να καλοπερνάς.
Να ζήσουν οι συμπέθεροι, κέρνα μας, κέρνα μας, αμάν, αμάν.
Να ζήσει και η παρέα, άντε να κερνάς, να καλοπερνάς.

Κίνησα να ’ρθω ένα βράδυ
-Κίνησα να ’ρθω ’να βράδυ μ’ έπιασε ψιλή βροχή
Το θεό παρακαλούσα για να σε βρω μοναχή.
Ούτε μοναχή σε βρίσκω, ούτε με τη μάνα σου,
μωρ’ σε βρίσκω στολισμένη με τη φιλινάδα σου.
-Κι αν ερχόσουν, κι αν βρεχόσουν, κι αν γινόσουνα παπί,
είχα ρούχα να σ’ αλλάξω, πάπλωμα να σκεπαστείς.
Είχα και ψηλό κρεβάτι, για να γλυκοκοιμηθείς.

Κίνησαν τα καρβάνια
Κίνησαν τα καρβάνια για την ξενιτιά
Κίνησε κι ο καλός μου να πάει στην ξενιτιά.
Δώδεκα χρόνους κάνει χωρίς αντιλογιά.
Και μεσ’ στους δεκατρείς μου στέλ’ αντιλογιά.
Μου στέλ’ ένα μαντίλι με δώδεκα φλωριά
Στην άκρη στο μαντίλι μου έχει αντιλογιά:
-Θέλεις, κόρη, παντρέψου, θέλεις κάθησε,
θέλεις τα μαύρα βάλε και καητέρα με.
Εγώ εδώ που είμαι επαντρεύτηκα,
παντρεύτηκα και πήρα μια μαϊστρισσα.
Μαγεύει τα καράβια και δεν έρχονται
Με μάγεψε και μένα και δεν έρχομαι.

Κίνησε ο Βλαχο- Στέργιος
Κίνησε ο Βλάχο Στέργιος, για να πάει στα Βλαχοχώρια.
-Γύρνα πίσω, Βλάχο-Στέργιο, πίσω είναι ο χειμώνας.
Πίσω είναι ο χειμώνας και ο Γενάρης με τα χιόνια.
-Έχω φίλους για χειμώνα και κουμπάρους για τα χιόνια.

Κλαιν’ οι πέρδικες στα πλάγια
Κλαίν’ οι πέρδικες στα πλάγια κλαίνε τον καημό,
Έκλαιγα κι ’γω καημένος τον ξεχωρισμό.
-Ξένε, ’συ που ’σαι στα ξένα και στα μακρινά
Δεν σου άρεσαν τα ξένα και η μαύρη ξενιτιά.
Πως θαλά ξεχωριστούμε, αγάπη, εμείς τα δυο,
Ωχ, εμένα οι δικοί μου με βαρέθηκαν και με προξενούν
Και μου δίνουν άντρα γέρο εκατό χρονών.
Μη να που ήτανε και γέρος, είν’ και αράθυμος.

Κλαιν’ οι πέτρες τα λιθάρια
Κλαίν’ οι πέτρες, τα λιθάρια, κλαίνε τον καημό.
Έκλαιγα κι εγώ ο καημένος τον ξεχωρισμό.
Πως θα χωριστούμε, αγάπη, ωχ, εμείς οι δυο.
Έλα μας, να φιληθούμε, τώρα το ταχιό,
γιατί εγώ, αγάπη, φεύγω, θα ξενιτευτώ.
Πάω μακριά στα ξένα μες στο Ροϊδοτό.
Μωρ’ δε μου βαρούν τα ξένα και τα μακρινά
μου βαραίνουν της αγάπης τα μηνύματα.

Κόρη που πάνεις για νερό
Κόρη που πάνεις για νερό με τη βαρελοπούλα
και παίρνεις τον ανήφορο σαν την περδικοπούλα,
σαν πέρδικα πατάς τη γη, σαν περιστέρα τρέχεις.
Χαιρέτα μου τον πλάτανο, χαιρέτα μου τη βρύση,
χαιρέτα την αγάπη μου, που ’ρχεται να γιομίσει.

Κόρη του βουνού 
Κόρη του Βουνού, πες μας τι φορείς
Κι αν πιστεύεις Παναγία, μη με τυραννείς
Μικρούλα, μη με τυραννείς.
Τα σγουρά μαλλιά, γυρω στο λαιμό
Μέσα στην καρδιά μ’ άναψαν, φλόγες και καημό
Μικρούλα, φλόγες και καημό.
Στα εφτά χωριά, Χειμαριώτισσα
Σαν τα κάλλη  τα δικά σου, δεν είν’ πουθενά
Μικρούλα, δεν είν’ πουθενά.
Τούτος ο καιρός, δε θα νάρθει πια
Να φιλήσεις τέτοια χείλη, κόκκινα φωτιά
Μικρούλα, κόκκινα φωτιά.
Εσύ τι καρτερείς, ο καιρός περνά
Φεύγουνε τα χρόνια φεύγουν, πίσω δεν γυρνάν
Μικρούλα, πίσω δεν γυρνάν.

Κούπα κούπα μπιρμπιλένια
Κούπα-κούπα μπιρμπιλένια, κόρη μαργαριταρένια,
Κάνε μου ένα γεφύρι να περάσω πέρα-πέρα.
Να περάσω πέρα-πέρα, για να ιδώ την περιστέρα,
Που πουλάει τα μήλα δέκα, τα λεϊμόνια δεκαπέντε.
Πέρω κόβω ’να λεϊμόνι, βρίσκω την αγάπη μέσα.
Βρίσκω την αγάπη μέσα με τα χέρια σταυρωμένα,
Με τα χέρια σταυρωμένα και με τα μαλλιά βρεγμένα.

Κυνηγός που κυνηγούσε
Κυνηγός που κυνηγούσε μεσ’ τις ακροποταμιές,
τάχα λαγό κυνηγούσε, κυνηγούσε μόνο νιές.
Κυνηγώντας, προχωρώντας τις επέτυχε τις νιές.
-Καλησπέρα σας, κορίτσια, με μεγάλες εμορφιές!
-Μωρ’, καλώς τον κυνηγάρη με μεγάλες λεβεντιές.

Κυριακή σενιάδα μέρα
Κυριακή σενιάδα μέρα, μας επλάκωσαν τ’ ασκέρια (δις)
μας επλάκωσαν τ’ ασκέρια, τρεις χιλιάδες μαμουζέρια  (δις)
τρεις χιλιάδες μαμουζέρια, δυο τορπίλες φορτωμένες (δις)
Μας ελέγανε βουλώστε, για θα κάψουμε το μπρένκο( δις)
Χειμαριώτες πήγαν ερχόσαν, καϊμακάμης παταζόταν. (δις)

Κύριε μ’ και ποιος τον κάνει
Κύρ(γ)ιε και ποιος τον κάνει τούτο(ν) τον καινούργιο γάμο
Ο πατέρας του τον κάνει με γειά του με χαρά του
Ο πατέρας του τον κάνει να προκόψουν τα παιδιά του.
Κύρ(γ)ιε και ποιος τον κάνει τούτο(ν) τον καινούργιο γάμο
Η μανούλα του τον κάνει με γεια του με χαρά του
Η μανούλα του τον κάνει να προκόψουν τα παιδιά του
Κύρ(γ)ιε και ποιος τον κάνει τούτο(ν) τον καινούργιο γάμο
Τ’ αδέρφια του τον κάνουν με γεια τους με χαρά τους
T’ αδέρφια του τον κάνουν να προκόψουν τα παιδιά του.
Κύρ(γ)ιε και ποιος τον κάνει τούτο(ν) τον καινούργιο γάμο
Οι μπαρμπάδες του τον κάνουν με γεια τους με χαρά τους
Οι μπαρμπάδες του τον κάνουν να προκόψουν τα παιδιά τους

Λαλεί(ν) ο κούκος το βραδιό 
Λαλεί (ν) ο κούκος το βραδιό λελεί με το φεγγάρι,
Ο λαλεί με το φεγγάρι
Ωχ τι να λαλήσω και να (ι)πώ, και τι να μολοήσω ο μαύρος,
Ο Ντελή Γούσιας στα βουνά, ψηλά στα κορφοβούνια,
Αχ ψηλά μωρέ στα κορφοβούνια
Ωχ παλικαράκια μωρέ μάζευε, όλ’ αρβανιτοπαίδια
Ολ’ αρβανιτο- μωρέ παίδια

Λένη και κυρά Λένη
-Λένη και κυρά Λένη, - Ορίστε, αφέ- αφέντη μου.
Έβγα στο παραθύρι και κρέμασ’ τα, μωρ’ τα μαλλιά.
-Τι έχεις με τα μαλλιά μου, βρε κερατο- ρατόπουλε;
Μετάξι στο παζάρι δεν είχες δει, μωρέ, ποτέ;
-Λένη και κυρά Λένη, -Ορίστε, αφέ- αφέντη μου.
-Έβγα στο παραθύρι να δω τα μά- τα  μάτια σου
-Τι έχεις με τα ματάκια μου, βρε κερατό-ρατόπουλε;
Φλυτζάνια στο παζάρι δεν είχες δει, μωρέ, ποτέ;
-Λένη και κυρά Λένη, -Ορίστε, αφέ- αφέντη μου.
-Έβγα στο παραθύρι να δω τα φρυ- τα φρύδια σου.
-τι έχεις με τα φρυδάκια μου, βρε κερατό-ρατόπουλε;
Γαϊτάνι στο παζάρι δεν είχες δει, μωρέ, ποτέ;
-Λένη και κυρά Λένη, -Ορίστε, αφέ- αφέντη μου.
-Έβγα στο παραθύρι δυο λόγια να, μωρ’, να σου πω.
Άφησε αυτόν το γέρο και παρ’ με, μωρ’ με το νιο.

Λενίτσα μου 
Λενίτσα μου, τον άνδρα σου πάνε να τον κρεμάσουν.
-Στην πίστη σου, Γιωργάκη μου, τρέξε να τον γλιτώσεις
-Κι αν τον γλιτώσω, Λένη μου, το τι θα να μου δώσεις;
-Τον Μάη να βγεις για πέρδικες, ναρθώ και ’γω κοντά σου,
να σέρνω το ντουφέκι σου και τα χρυσά άρματά σου.
-Λενίτσα μ’ κι αν πεινάσουμε, το τι ψωμί θα φάμε;
-Το σάλι σου, το σάλι μου ζεστό ψωμί θα φάμε.
-Λενίτσα μ’, κι αν διψάσουμε, το τι νερό θα πιούμε;
-Το δάκρυ σου, το δάκρυ μου κρύο νερό θα πιούμε.
-Λενίτσα μ’, κι αν κρυώσουμε, με τι θα σκεπαστούμε;
-Το χνώτο σου, το χνώτο μου τσέργα θα σκεπαστούμε.

Λεβέντης εροβόλαγε
Λεβέντης εροβόλαγε από τα κορφοβούνια,
Είχε το φέσι του στραβά και το μαλλί κλωσμένο
Κι έστριβε το μουστάκι του και ψιλοτραγουδούσε
Κι ο χάρος τον αγνάντεψε, από το σταυροδρόμι
-Καλή (ν) ημέρα, χάροντα
-Καλώς τον, τον λεβέντη.
Λεβέντη,πούθεν έρχεσαι και πούθε κατεβαίνεις;
-Από τη μάντρα έρχομαι στο σπίτι μου πηγαίνω.
Πάω να πάρω το ψωμί και πίσω να γυρίσω
-Λεβέντη μ’ έστειλε ο θεός να πάρω την ψυχή σου.
-Δίχως αιτία κι αρρωστιά ψυχή δεν παραδίνω.
Μόν’ έλα να παλέψουμε σε μαρμαρένια αλώνια
Κι αν με νικήσεις, χάροντα, να πάρεις την ψυχή μου…

Λυγερές καλές κοπέλες
Λυγερές, λυγερές, λυγερές, καλές κοπέλες
Λυγερές καλές κοπέλες, λυγερές και μαυρομάτες.
Τους αγού- , τους αγού-, τους αγούρους π’ αγαπάτε
Τους αγούρους π’ αγαπάτε μη τους παραλησμονάτε.
Σαν εγώ, σαν εγώ, σαν εγώ τον εδικό μου
Σαν εγώ τον εδικό μου και εδικούτσικό μου.

Μάγια μου ’χεις καμωμένα
Μάγια μο-  μωρή στρουμπούλο μάγια μόχεις καμωμένα
μάγια μόχεις  καμωμένα και ζουρλαίνομαι για σένα
Όσα μο- μωρή στρουμπούλο όσα μόχεις καμωμένα
όσα μόχεις καμωμένα μωρέ στο χαρτί τα ’χω γραμμένα
Στο χαρτί και στο τεφτέρι και στο παχουλό σου χέρι
και στο παχουλό σου χέρι μωρέ στο χαρτί και στο τεφτέρι.

Μανάδες πως αντέξατε

Μανάδες, που δε γνωρίσατε τα τέκνα και τους άντρες,
αχ, μάνες, πως αντέξατε!
Στα όνειρα τους βλέπατε κι ο πόνος σας πονούσε,
αχ, μάνες, πως αντέξατε!
Τα σύρματα κι φυλακές πως βάφτηκαν στο αίμα,
αχ, νιάτα, που χαθήκατε!
Η ξενιτιά κι φυλακές σας χώρισαν στα ζώντα,
αχ , μάνες, πως αντέξατε!

Μάνα, δε θέλω κλάματα
Μάνα, δε θέλω κλάματα, δεν θέλω μοιρολόγια.
Εμένα με κλάινε τα βουνά, με κλαίνε τα λαγκάδια.
Με κλαίει μια κόρη ορφανή, μιας χήρας, θυγατέρα.
Που ’χε τον άνδρα στο στρατό, κάτω στο Τεπελένι.
Τρεις χρόνους που τον καρτερεί, και που τον απαντεχαίνει.
Κι αν δεν ερθεί, κι αν δε φανεί, καλόγρια θα γένει.

Μάνα καημένη μάνα
Μάνα, καημένη μάνα, μωρ’ μάνα, γιατί με γένναγες;
Για βάσανα, για πόνους και δε με χάρηκες.
Πάρε καρότσα κι έλα να ιδείς πως μ’ έχουνε
Στα σίδερα δεμένη και με παιδεύουνε.
Μου λένε να υπογράψω να γίνει πόλεμος.
Και ’γω δεν υπογράφω κι αν με σκοτώσουνε.
Καημένη Θεσσαλία στα μαύρα να ντυθείς!

Μάνα και γιος εμάλωνε
Μάνα και γιος εμάλωνε για μια αρβανιτοπούλα.
-Μάνα, θε ’να την πάρω εγώ, την αρβανιτοπούλα.
-Πάρτη, παιδί μ’, κι ανήπαρτη και από τ’ εμένα φύγε.
Σαν πήγε και την έφερε, σαν ήλιος σαν φεγγάρι,
τσαπί και φτυάρι άρπαξε μάνα κα θυγατέρα
και στο βουνό πηγαίνουνε και στο βουνό πηγαίνουν
να βρουν φίδια, να βρουν θεριά, οχιές με δυο κεφάλια.
Τα πήραν τα  τηγάνισαν σ’ αφόρεγο τηγάνι.
-Έλα, νύφη μ’, και άπλωσε και φάει από το ψάρι.
Αντράπηκε, ξεντράπηκε κι έφαγε από το ψάρι.
-Λίγο νεράκι,πεθερά, για σβήνω, για πεθαίνω.
Για δεν μπορώ, νυφούλα μου, στη βρύση για να πάω.
-Λίγο νεράκι, ταίρι μου, για σβήνω, για πεθαίνω.
Χρυσό ποτήρι άρπαξε, στη βρύση εκεί πηγαίνει.
Όσο να πάει κι όσο να ’ρθει, τη βρίσκει πεθαμένη.
-Φτιάξτε το μνήμα της φαρδύ, βαθύ για δυο νομάτους.
Χρυσό μαχαίρι άρπαξε και στην καρδιά το βάζει.
Τα πήραν και τα θάψανε πίσω απ’ τον άγιο Δήμο.
Στο ’να φυτρώνει κάλαμος και στ’ άλλο κυπαρίσσι.
Διαβάτες που περνάγανε, διαβάτες που περνάνε,
Για (ι)δέστε αυτό το αντρόγυνο το πολυαγαπημένο….

Μάνα με τους εννιά σου γιους
Μάνα με τους εννιά υιούς και με τη μια τη κόρη,
Όιντε, την κόρη τη μονάκριβη, την πολυαγαπημένη
Στα πούπουλα την έντυνες, στ’ άστρα μας την χτενίζεις,
Όιντες, στ’ άστρα και στον αυγερινό, της πλέκεις τα μαλλιά της.
Δεν πέρασε πολύς καιρός, πάει πέθανε η μητέρα,
Δεν πέρασε πολύς καιρός, παντρεύεται ο πατέρας,
Όιντε, πήρε γυναίκα μια κακιά που σέβαση δεν είχε…..

Με βλέπετε που τραγουδώ
Με βλέπετε που τραγουδώ και λέτε δεν χολιάζω.
Ντέρτι είχα στη καρδιά κι απόχτησα μαράζι.
Για μια γειτονοπούλα μου, μιας χήρας θυγατέρα.
Ποχει το μάτι σαν ελιά, το φρύδι σαν γαϊτάνι.
Να την φιλήσω ντρέπομαι, να της το πω φοβούμαι.
Να βάλω και προξενητή, ίσως και ν’ αποτύχω.

Μες της Δρόπολης το ρέμα
Μες στης Δρόπολης το ρέμα τα κανόνια αραδιασμένα.
Τα κανόνια αραδιασμένα, παλληκάρια οπλισμένα.
Παλληκάρια οπλισμένα, τα κορίτσια στολισμένα.

Μες στου Πιτσαριού τη ράχη
Μες στου Πιτσαριού τη ράχη Καραχρήστος κάνει μάχη,
πολεμάει με τους αγάδες, με τους Τουρκαρβανιτάδες.
Μες στης Νίβιτσας τη ράχη Σπυρομήλιος κάνει μάχη,
πολεμάει με τους αγάδες, με τους Τουρκαρβανιτάδες.
Μες στου Πύλιουρι τη ράχη Λάμπρο Μήλιος κάνει μάχη,
πολεμάει με τους αγάδες, με τους Τουρκαρβανιτάδες.
Μες στης Κακκαβιάς τη ράχη Κίτσιο Γλήνας κάνει μάχη,
πολεμάει με τους αγάδες, με όλους τους Αρβανιτάδες.
Προσκυνούν και το Δεσπότη, καπετάν Κίτσιο Γληνιώτη.
Τους αντάρτες τους συνάζουν, στο Πιτσάρι τους μοιράζουν,
στο Πιτσάρι τους μοιράζουν και τους Αλβανούς τρομάζουν.
-Καπετάν Κίτσιο Γληνιώτη, σύναξ’ τους όλους κατόπι
τι μας πούλησ’ η Ευρώπη.

Με τούτην ασημόκουπα
Με τούτην ασημόκουπα θέλω να πιώ πέντ’ έξι.
Κι αν δεν μεθύσω, κόρη μου, κέρνα ώσπου να φέξει.
Να κάτσω να συλλογισθώ της ξενιτιάς τα ντέρτια.
Και ντέρτι είχα στην καρδιά κι απόχτησα μαράζι.
Ο πλάτανος θέλει νερό κι η λεύκα θέλ’ αγέρα
Κι η κόρη θέλει φίλημα, ώσπου να δώσει η μέρα.

Με κουναρούσε η μάνα μου

Με κουναρούσε η μάνα μου σαν τη μηλιά τα μήλα
και με μικροαρραβώνιασε, ωρέ, να με μικροπαντρέψει,
ωρέ, και μου ’δωσε πολύ προικιό, ωρέ τρεις μούλες φορτωμένες.
Βρήκα κι από τον άντρα μου, ωρ’ ό,τι αγαπάει η καρδιά μου.

Μήλο μου γλυκό μου μήλο
Μήλο μου, γλυκό μου μήλο, πορτοκάλι μου γραμμένο (δις)
για ’να στοίχημα σε θέλω, να σε στήσω κυπαρίσσι. (δις)
να σε στήσω κυπαρίσσι, σε μια μαρμαρένια βρύση (δις)
σε μια μαρμαρένια βρύση, κει που πλένουν οι κοπέλες (δις)
κει που πλένουν οι κοπέλες, των παιδιών τις φουστανέλες (δις)
των παιδιών τις φουστανέλες, που τις έχουν λερωμένες (δις)
που τις έχουν λερωμένες και στο λάδι βουτηγμένες. (δις)

Μήλο μου κατακόκκινο
-Μήλο μου κατακόκκινο, τι στέκεις μαραμένο, βαριά βαλαντωμένο;
-Χωρίζω τους γονέους μου και στέκω μαραμένο, βαριά βαλαντωμένο.
-Μήλο μου κατακόκκινο, τι στέκεις μαραμένο, βαριά βαλαντωμένο;
-Χωρίζω τ’ αδερφάκια μου και στέκω μαραμένο, βαριά βαλαντωμένο
-Μήλο μου κατακόκκινο, τι στέκεις μαραμένο, βαριά βαλαντωμένο;
-Χωρίζω τους γειτόνους μου και στέκω μαραμένο, βαριά βαλαντωμένο
-Μήλο μου κατακόκκινο, τι στέκεις μαραμένο, βαριά βαλαντωμένο;
-Χωρίζω απ’ τη μανούλα μου και στέκω μαραμένο, βαριά βαλαντωμένο
-Αντί για τη μανούλα σου βρίσκεις την πεθερά σου, μη χάνεις τη θωριά σου

Μη με δέρνεις, μωρ’ μάνα
-Μη με δέρνεις, μωρ’ μάνα, μη μωρ’, μη με τυραννάς.
Θα σου μαρτυρήσω, μωρ’ μάνα, ποιος, μωρ’ ποιος με φίλησε,
Ποιος, μωρ’ ποιος μ’ αγκάλιασε.
Ούτε ξένος ήταν, μωρ’ μάνα, κι ούτε μα- μωρ’ μακρινός
Ήταν ο Γιωργάκης, μωρ’ μάνα, ο Γραμμα- μωρ’, ο Γραμματικός.
-Για πες μας, μωρ’ θυγατέρα, με τι σε γέλασε, πως σε πλάνεψε;
-Με τσαρούχια τελατίνια, μωρ’ μάνα, και με χρυσό μωρ’ με χρυσό σταυρό.

Μη με πεθαίνεις Παναγιά 
Μη με πεθαίνεις Παναγιά θέλω να ζήσω ακόμα
Γιατί είμαι νιος κι ανύπαντρος και δεν με τρώει το χώμα
Δεν είμαι δέντρο να κοπώ, τη γης να προσκυνήσω
Δεν θελ’ να φύγω απ’ τη ζωή, προτού να σε φιλήσω

Μια βοσκοπούλα στο βουνό
Μια βοσκοπούλα στο βουνό που έβοσκε τ’ αρνιά
Απερνά ένας λεβέντης με παληκαριά
Δε μου λες καλή μου κόρη, τι ζητάς εδώ;
Έχασα τα πρόβατά μου κι ήρθα να τα βρω
Δε μου λες καλή μου κόρη, έχεις γονικά;
Από μάνα και πατέρα είμαι ορφανή
Ορφανή είσαι κυρά μου, ορφανός κι εγώ
Έλα να γίνουμε ταίρι για να ζήσουμε κι οι δυο.

Μια κόρη από τη Λιβαδειά 
Μια κόρη από τη Λιβαδειά, κάστρο κέντρο λιμονιά,
Κι άλλην μια από τη Θήβα πράσινά πλατιά τα φύλλα
Έχει ασημένιο αργαλειό σαν τα ματάκια της τα δυο
Και φιλντισένιο χτένι όμορφα πανιά που υφαίνει.
Εξήντα δυο τα πατήματα, γλυκά είναι τα φιλήματα
Κι εξήντα δυο καρέλια, όμορφα γλυκά είν’ τα γέλια.

Μια κόρη ρόιδα μάζευε
Μια κόρη ρόιδα μάζευε σ’ ωραίο περιβόλι
Ο γιος του Ρήγα πέρασε, με τ’ άλογο καβάλα
Δυο ρόιδα της εζήτησε και τέσσερα του δίνει
Κι αυτός βγάζει και την κερνά διαμάντι δαχτυλίδι
Κι  η μάνα της την έβλεπε (ν) από το παραθύρι
Έννοια σου, κόρη μ’, έννοια σου, με τη δουλειά που κάνεις
Βράδυ να ’ρθουν τ’ αδέρφια σου, (ν) εγώ θα μαρτυρήσω
Και τι θα πεις ωρ’ μάνα μου, και τι θα μαρτυρήσεις
Ό,τι είδαν τα ματάκια μου, αυτό θα μαρτυρήσω
Να και τ’ αδέρφια έρχονται κι η μάνα μαρτυράει
Παιδιά μια κόρη έχομε, στον κόσμο πλανεμένη
Ποιος την επλάνεψε μάνα που είναι πλανεμένη
Το λόγο δεν απόσωσε, το λόγο δεν απόειπε
Το ’να την πιάνει απ’ τα μαλλιά και τ’ άλλο από τη μέση
Το τα΄ριτο το μικρότερο της βάζει το μαχαίρι
Κατά τα μεσάνυχτα η κόρη ξεψυχάει.

Μια κόρη στην ακρογιαλιά
Μια κόρη στην ακρογιαλιά τη θάλασσα κοιτάζει,
τ’ αφράτα της τα κύματα και βαριαναστενάζει:
-Θάλασσα, πικροθάλασσα, πες μου τι σόχω κάνει
και μου ’πνιξες τον άντρα μου στο ξένο το λιμάνι;
Μου είπες πως θάρθει γρήγορα, μα πέρασ’ ένας χρόνος
και την καρδιά μου πλήγωσε του χωρισμού ο πόνος.
Φέρτον κοντά μου, θάλασσα, νάρθει να μ’ ανταμώσει,
γιατί ο καημός του χωρισμού εμένα θα με λιώσει.

Μια λεμονίτσα φουντωτή
Μια λεμονίτσα φουντωτή την είχα στην αυλή μου, την είχα στην αυλή μου,
τη σκάλιζα, την πότιζα, την πάντεχα δική μου, την πάντεχα δική μου.
Κι ένας ξένος αλλόξενος ήρθε να μου την πάρει, ήρθε να μου την πάρει.
-Διώξ’ τονε, μάνα διώξ’ τονε, τον ξένο μη με πάρει, τον ξένο μη με πάρει.
Και αν θα με πάρει μάνα μου, πολύ να με προσέχει, πολύ να με προσέχει,
γιατί ’μια κόρη (ν) όμορφη και καλοχαϊδεμένη και καλοχαϊδεμένη.
-Γαμπρέ μου, σε παρακαλώ μια χάρη να μας κάνεις, μια χάρη να μας κάνεις.
Το άνθος που σου δίνουμε να μη μας το μαράνεις, να μη μας το μαράνεις,
γιατί είναι κόρη (ν) όμορφη, ξανθιά και μαυρομάτα, ξανθιά και μαυρομάτα.
Νύφη μου, ξάστερο νερό και ξέλαμπρο φεγγάρι και ξέλαμπρο φεγγάρι
το ταίρι σου είναι διαλεχτό κι όμορφο παλικάρι κι όμορφο παλικάρι.

Μια λυγερή τραγούδαγε
Μια λυγερή τραγούδαγε σε κρυσταλλένιο πύργο
Και παίρνει αέρας τη φωνή κατάλιμνατην πάει
Όσα καράβια τ’ άκουσαν όλα την άκρη πιάσαν
Ανάθεμά σε ξενιτιά χιλιόκαλη κι αν είσαι
Ξενίτεψες τον άντρα μου εδώ και δέκα χρόνια
Κι άλλα δυο τον καρτερώ και πέντε τον παντέχω
και μες στα μαύρα θα λυθώ καλόγρια θα γένω
κι όσα κορίτσια απαντώ ν’ όλα τα παραγγέλλω
ξενίτη να μην πάρουνε αν θέλουν να μην κλάψουν

Μια παπαδιά στον αργαλειό
Άιντε μια παπαδιά στον αργαλειό, άιντε κουνούσε μωρέ το ποδάρι, το ποδάρι,
Άιντε και με το νου της έλεγε άιντε να είχα ένα παλικάρι, παλικάρι.
Άιντε το παλικάρι το καλό, άιντε θέλει μωρέ καλή γυναίκα, αχ γυναίκα.
Αχ να ξέρει ρόκα κι αργαλειό, άιντε να ξέρει μώρε να κεντάει, να κεντάει.
Άιντε το κέντισμα είναι γλέντιμα, άιντε κι η ρόκα είναι το σεργιάνι, το σεργιάνι.
Αχ Κι η σαρμανίτσα κι αργαλειός άιντε είναι μωρέ σκλαβιά μεγάλη, αχ μεγάλη.

Μια σκύλα μάνα το ’λεγε

Μια σκύλα μάνα το ’λεγε, τ’ αδέρφια δεν πονιούνται.
τ’ αδέρφια είχαν μια αδερφή στον κόσμο ξακουσμένη.
Τη ζήλευε (ν)η γειτονιά, τη ζήλευε (ν) η χώρα,
τη ζήλεψε κι ο χάροντας και θέλει να την πάρει.
Στο σπίτι τρέχει και βροντά σαν να ’ταν κοικοκύρης.

-Άνοιξε, κόρη, για να μπω, ’τοιμάσου να σε πάρω.
-Άσε με, Χάρε, άσε με, σήμερα μη με παίρνεις.
Ταχιά Σαββάτο να λουστώ, την Κυριακή ν’ αλλάξω
Και τη Δευτέρα το πρωί έρχομαι μοναχή μου.
Απ’ τα μαλλιά την άρπαξε κι η κόρη σκούζει, κλαίει.
Να και τα αδέρφια πο’ ’φτασαν ψηλά απ’ τα κορφοβούνια.
Το εκυνήγησαν και γλίτωσαν την κόρη.
 
Μια συννεφιασμένη μέρα
Μια συννεφιασμένη μέρα και μια σκοτεινή βραδιά
μας εβούλιαξ’ η βαρκούλα, μας πινήκαν δυο παιδιά.
Το ’μαθε η μάνα του Νίκου, τάζει λύρες και φλωριά.
Θάλασσα δεν τρώει λύρες, θάλασσα δεν τρώει φλωριά,
τρώει γιούς και παλικάρια, των μανάδων τα παιδιά.

Μια ωραία βοσκοπούλα

Μια ωραία βοσκοπούλα με σγουρά μαλλιά,
με σγουρά μαλλιά, μάγουλο τριανταφυλλιάς,
μάγουλο τριανταφυλλιάς, μάτια της αμυγδαλιάς,
βγήκε κοίταξε τ’ αστέρια μια χαρούμενη βραδιά.
Πέρασε κι ένας λεβέντης και της πήρε την καρδιά.
Κι από τότε μαραζώνει με λαμπρό το μυστικό
και με δάκρυα ποτίζει τώρα το βασιλικό.

Ανάθεμά σε ξενιτιά
Ανάθεμα σε ξενιτιά, κι εσύ και τα καλά σου
Παίρνεις παιδιά ανύπαντρα, γυρίζουν παντρεμένα
Πήρες και το παιδάκι μου και το ’κανες δικό σου
Ούτε γράμμα δεν μου ’στειλε, ουδέν αντελογιά
Τίνος να πω τον πόνο μου και το παράπονό μου
Αν θα το πω στη θάλασσα, φοβάμαι μη στερέψει
Αν θα το πω- λέει στα βουνά, φοβάμαι μη ραϊσουν.

Μόλις κοιμηθεί το κύμα
Μόλις κοιμηθεί το κύμα, θα ρίξω το πρώτο βήμα
Θα ’ρθω να σε πάρω δεν αντέχω άλλο
Όταν κρυφτεί το φεγγάρι, ξύπνησε χρυσό καμάρι
Θα ’ρθω να σε πάρω δεν αντέχω άλλο
Όταν δροσίσουν τα χόρτα, άνοιξε σιγά την πόρτα
Θα ’ρθω να σε πάρω δεν αντέχω άλλο
(Ο) γραμμένο χελιδόνι, έβγα έξω στο μπαλκόνι
Θα ’ρθω να σε πάρω δεν αντέχω άλλο
Γιατί θα  ’ρθω να σε πάρω, θα ’ρθω δεν αντέχω  άλλο
Θα ’ρθω να σε πάρω δεν αντέχω άλλο

Μου ’λεγε η μάνα μου
Μου ’λεγε(ν) η μάνα μου μάθε γιε μου γράμματα,
μάθε γιε μου γράμματα μάθε κοντυλίσματα.
Κι εγώ δεν την άκουγα μπιστικός εγίνηκα,
χίλια πρόβατα έβοσκα με σαραντα δυο σκυλιά.
Φλοερίτσα λάλαγα πετροκαλαμικιτή,
πετροκαλαμικιτή και λεφτοκαρικική.

Από το σπίτι κατεβαίνω 
΄Πο το σπί-, μπιρμπιλομάτα, ’πο το σπίτι κατεβαίνω.
Σε περι-, μπιρμπιλομάτα, σε περιβολάκι μπαίνω.
Βρίσκω τα, μπιρμπιλομάτα, βρίσκω τα κλαριά περίσσια,
Λεϊμονιές, μπιρμπιλομάτα, λεϊμονιές και κυπαρίσσια.
Σχίζ’ ανοί-, μπιρμπιλομάτα, σχίζ’ ανοίγω το λεϊμόνι,
Βρίσκω την, μπιρμπιλομάτα, βρίσκω την αγάπη μέσα.
Γύρισα, μπιρμπιλομάτα, γύρισα μαλλιά τσοπίσω,
Να σε ειδώ, μπιρμπιλομάτα, να σε ειδώ να σε γνωρίσω.

Μπροστινέ μου που χορεύεις

Μπροστινέ μου, που χορεύεις, να σε δω να διακονεύεις
Μ’ ένα τρίχινο σακούλι, μ’ ένα σκόπι με τζιομάκα.

Μωρή κακιά γειτόνισσα
-Μωρή κακιά γειτόνισσα, τι έχεις και με μαλώνεις;
-Σύμμασ’ τα περιστέρια σου, ήρθαν στη γειτονιά μου.
Οχ! Μου  φάγαν το σταράκι μου, μου ήπιαν και το νερό μου.
Αχ! Μου πήραν και το χώμα μου στα νυχοποδαρά τους.
Αχ! Εγώ το χώμα του ’θελα, να φτιάξω οχ! Μοναστήρι.

Μωρή κοντή κοπέλα
Μωρή, κοντή κοπέλα, που πας για λάχανα,
Να ’ρθω και ’γω μαζί σου να πούμ’ τα βάσανα.
Πορτοκάλι, πορτοκάλι, έχω στην καρδιά μου χάλι.
Λεϊμονάκι, λαϊμονάκι, ’συ  με πότισες φαρμάκι.

Μωρή με τα λιανά κουμπιά
Μωρή με τα λιανά κουμπιά και με τα μαύρα μάτια,
αχ! στην πόρτα μου να μη διαβείς, κι ουδέ στον οβορό μου
τυχαίνει ο γιος μ’ από κρασί, τυχαίνει μεθυσμένος
αχ! σου κόβεί τα λιανά κουμπιά, αχ! φιλάει τα μαύρα μάτια
ωρέ, δεν το ’ξερα, λεβέντη μου, αχ! πως αγαπάς εμένα.
Αχ! να γένω γης να με πατείς, γεφύρι να περάσω.
Να γίνω ασημόκουπα, να σε κερνώ να πίνεις.
Εσύ να πίνεις το κρασί κι εγώ να πλέω μέσα.
Πως τρέμει η βέργα στο νερό, το αρνί στο μακιλάρι,
έτσι έτρεμε η καρδούλα μου για σε το παλικάρι.

Μωρή φεγγαροπρόσωπη 
Μωρή φεγγαροπρόσωπη του ήλιου θυγατέρα, του ήλιου η θυγατέρα,
(ν) έχεις τον ήλιο πρόσωπο και το φεγγάρι μπάλα και το φεγγάρι μπάλα,
(ν) έχεις τα μάτια σαν ελιά, το φρύδι σα γαϊτάνι, το φρύδι σα γαίτάνι,
κι αυτά τα ματοτσίνορα σα φράγκικο δοξάρι, σα φράγκικο δοξάρι
Έχεις το στόμα σου μικρό, μικρό σα δαχτυλίδι, μικρό σα δαχτυλίδι,
(ν) έχεις μαλλιά τετράξανθα στις πλάτες σου ριγμένα, στις πλάτες σου ριγμένα
που τα χτενίζουν άγγελοι με τ’ άγιο τους το χέρι, με τ’ άγιο τους το χέρι,
που τα χτενίζει κι ο Χριστός, με το δεξί του χέρι, με το δεξί του χέρι.

Νανούρισμα
Νάνι, νάνι το παιδί όσο να ’ποκοιμηθεί,
Όσο νάρθει η μάνα του να του φέρει λούλουδα,
Λούλουδα γαρίφαλα και μοσχοτριαντάφυλλα.
Έλα, ύπνε και πάρε το και γλυκά ’ποκοιμησέ το.
Σύρτο μεσ’ του Μάη τ’ αμπέλι και στου Μάη το περιβόλι
Να του δώσει ο Μάης λουλούδια κι ο περιβολάρης μήλα,
Νάνι, νάνι το παιδάκι, που κοιμάται σαν τ’ αρνάκι.
Νάνι, νάνι το παιδί όσο να ’ποκοιμηθεί.
Νάνι το γλυκό τ’ αηδόνι, Κοσοβιτσινό παγώνι. 

Νανούρισμα
Νάνι, νάνι το παιδί όσο ν’ αποκοιμηθεί,
όσο νάρθει η μάνα του να του φέρει λούλουδα.
Ωρέ, να του φέρει λούλουδα, μόσχος και γαρούφαλα.
-Κάνε νανάκι, χρυσό μου παιδάκι,
λέει η μανούλα και τραγουδάει:
Κλείσ’ τα ματάκια τ’ αγγελικά σου.
Όνειρα βλέπε χρυσά γλυκά-τα.
Το παιδί το ρούσο-ρούσο δεν αδειάζω να το λούσω.
Ωρέ, να το στείλω στη δασκάλα ναν’ καλύτερο ’πο τ’ άλλα
Νάνι, νάνι το παιδί, όσο ν’ αποκοιμηθεί.

Νανούρισμα 
Νάνι- νάνι το παιδί, όσο να ’ποκοιμηθεί,
Όσο νάρθ’ η μάνα του, να του φέρει λούλουδα,
Λούλουδα, τριαντάφυλλα και μοσχογαρύφαλα.
Έλα ύπνε, και πάρε το και γλυκά ’ποκοιμησέ το.
Στείλτο μεσ’ του Μάη τ’ αμπέλι και στου Μάη το περιβόλι,
Να του δώσ’ ο Μάης λουλούδια κι ο περιβολάρης μήλα.
Νάνι-νάνι το παιδάκι, που κοιμάται σαν τ’ αρνάκι.
Νάνι το γλυκό τ’ αηδόνι, Κοσοβιτσινό παγώνι.

Να ’σαι μάρτυρας πλατάνι
Να ’σαι μάρτυρας, πλατάνι, που μας πήρε το ποτάμι
και μας πάει στα ρέματά του, στα κλωθογυρίσματά του
και μας πάει στην οβίρα, έτσι το ’γραφε η μοίρα
όσοι φίλοι και κουμπάροι, όλοι κλάψτε μας το χάλι.
Άναψε το ντουφεκίδι, κυνηγήσανε το Βίδη.
-Ηπειρώτικα παιδιά, ελάτ’ όλοι από κοντά
για να κάψωμε χωριά: Λεσκοβίκι, Κορυτσά,
τι μας πούλησ’ η Φραγκιά και μας δώσαν στα σκυλιά.
Όσ’ αδέρφια κι αξαδέρφια, όλοι  κλάψτε μας τα ντέρτια.
Όσοι φίλοι και κουμπάροι, όλοι κλάψτε μας το χάλι.

Ξενιτεμένο μου πουλί
Ξενιτεμένο μου πουλί και παραπονεμένο μωρέ ξένε μου και παραπονεμένο
Η ξενιτιά σε χαίρεται κι εγώ ’χω τον καημό σου.
Τι να σου στείλω, ξένε μου, αυτού στα ξένα που ’σαι;
Να στείλω μήλο σέπεται, τριαντάφυλλο μαραίνει.
Στου στέλλω και το δάκρυ μου σ’ ένα στεγνό μαντίλι.
Τα δάκρυα είναι καυτερά και καίνε το μαντίλι.

Να είχα νεράτζι
Να είχα νεράντζι, ρόϊδο μου, να είχα νεράντζι να ’ριχνα.
Να είχα νεράντζι να ’ριχνα στο πέρα παραθύρι
Να τσάκιζα το μαστραπά, που έχει το καριοφύλλι.
Κι ο μαστραπάς τσακίστηκε το καριοφύλλι εχύθη
Για σε το λέγω αγάπη μου, που ’σαι στο παραθύρι.

Νταλιάνω 
Κόπα-κο-,μωρή Νταλιάνω, κόπα-κόπα, κοντυλένια
Κόπα-κόπα, κοντυλένια κόρη μαργαριταρένια.
Ποιος σου το είπε δε σε θέλω κι έβαλες τα λερωμένα;
Ρίξτα κάτω τα καημένα κι έλα, Χάϊδω, με τε μένα
να περνάς χαριτωμένα.

Ντεληπαπάς 
’Κούγω τον άνεμο κι αχάει, τον ’κούγω και μαλώνει
Με τα βουνά νεμάλωνε, με τα βουνά μαλώνει.
-Εσείς, βουνά των Γρεβενών και πεύκα του Μετσόβου,
εσείς καλά τον ξέρετε ν’ αυτόν τον Παπαγιώργη,
που ήταν μικρός στα γράμματα, μικρός στα πινακίδια
και τώρα στα γεράματα ν’ αρματολός και κλέφτης.

Ξενιτιά φαρμακωμένη
Ξενιτιά φαρμά- φαρμακωμένη, με φαρμά- φαρμάκωσες καημένη (δις)
Ξενιτιά σε κα- μωρ’ κάθε λέξη, μόνο πλάκα-πλάκα μου ’χεις παίξει (δις)
Ξενιτιά στο σπίτι μου θα πάω και ξερό – ξερό ας φάω (δις)
Ξενιτιά ήρθε-ήρθε η ώρα από σε- εσένα φεύγω τώρα. (δις)


Ξύπνα περδικομάτα μου
-Ξύπνα περδικομάτα μου, κι ήρθα στο μαχαλά σου
χρυσό γαϊτάνι σου ’φερα να πλέξεις τα μαλλιά σου.
-Κι αν ήρθες, καλώς ώρισες, κι ας έκανες και κόπο.
Ήρθες και μας ομόρφηνες τον άσκημο τον τόπο.
-Δεν ήξερα, λεβέντη ου, πως είναι η αφεντιά σου,
για να λουστώ, να χτενιστώ, να βγω να σ’ ανταμώσω.
-Ρίξε νερό στην πόρτα σου να μπω για να γλιστρήσω,
να πέσω στην αγκάλη σου γλυκά να σε φιλήσω.

Ξένη ήμουν η καημένη
Ξένη ήμουν η καημένη κι από μακρινό χωριό,
τα σοκάκια δεν ηξέρω και φοβάμαι μη χαθώ.
Να ’χα έναν ταχυδρόμο, να τον είχα για σκοπό,
να ρωτώ για τους γονείς μου, πως περνάνε στο χωριό.

Ο Γιάννος και η Μαριγώ
Ο Γιάννος και η Μαριγώ σ’ ένα σκολειό πηγαίναν
Γιάννος μαθαίνει γράμματα κι Μαριγώ τραγούδια
Τα δυο αγαπηθήκανε, κανένας δεν το ξέρει.
Κι ο Γιάννος τα ’ποφάσισε της μάνας του το λέει:
-Μάνα μ’ τη Μάρω αγαπώ και θέλω να την πάρω.
-Τι λες, μωρέ, παλιόπαιδο και φιδοδαγκωμένο,
η Μάρω είν’ αξαδέρφη σου, πρώτη ξαδερφισσά σου,
Κάλλιο ν’ ακούσω σάβανο για να σε σαβανώσω,
Παρά ν’ ακούσω στέφανα για αν σε στεφανώσω.
Η Μάρω αρραβωνιάζεται κι ο Γιάννος ξεψυχάει.
Συμπεθεριό και λείψανο στο δρόμο γίναν ένα.
Κανένας δεν ερώτησε από τους συμπεθέρους.
 Η Μάρω ξαντροπιάστηκε, στέκει και τους ρωτάει:
-Τίνος είναι το λείψανο εμ τη χρυσή του κάσα!
-Του Γιάννου είναι το λείψανο με τη χρυσή του κάσα!
Λιποθυμάει η λυγερή και του θανάτου πέφτει.
Την πήραν και τα θάψανε σε ένα σταυροδρόμι.
Γιάννος φυτρώνει κάλαμος κι κόρη κυπαρίσσι.
Στριφογυρίζ’ ο κάλαμος, φιλάει το κυπαρίσσι.
-Για δέστε τουτ’ αντρόγενο, το πολυαγαπημένο,
που δεν φιλήθηκε ζωντανό, φιλιέτ’ απεθαμένο.

Όλες οι βέργες είν’ εδώ
Όλες οι βέργες, βεργούλα μου, όλες οι βέργες είν’ εδώ.
Και μια βέργα, βεργούλα μου, και μια βέργα δεν είν’ εδώ.
Πάησε στη βρυ- βεργούλα μου, πάη σε στη βρύση για νερό.
Πάησα κ’ εγώ, βεργούλα μου, παησα κ’ εγώ να πιώ νερό.
Να της θολώ- βεργούλα μου, να της θολώσω το νερό.
Να της θολώσω το νερό, αν δε μου δώσει για να πιώ.
Να της τσακί- βεργούλα μου, να της τσακίσω το σταμνί.
Να της τσακίσω το σταμνί, να πάει στη μάνα της μοναχή.

Όλες οι χώρες τα χωριά
Όλες οι χώρες τα χωριά, φοβερέ μ’ Αλή πασά,
σε προσκυνάνε, βεζίρη αφέντη,
κι ένα χωριό η Πογδόριανη, φοβερέ μ’ Αλή πασά,
δεν προσκυνάει, βεζίρη αφέντη.
Σε πολεμάει με τα φλουριά, φοβερέ μ’ Αλή πασά,
και με τα γρόσια, βεζίρη αφέντη.
Όλη την ημέρα και το βράδυ βράδυ

Όλη(ν) την ημέρα και το βράδυ – βράδυ 
και το βράδυ βράδυ, τον ήλιο φωνάζει
Τον ήλιο φωνάζει, στάσου, ήλιε, στάσου,
στάσου, ήλιε, στάσου, στάσου κομματάκι
Στάσου κομματάκι, στο περιβολάκι,
στο περιβολάκι, στο στενό σοκάκι.

Όλοι οι Κοσοβιτσινοί
Όλοι οι Κοσοβιτσινοί, ποιος μπιστόλι, ποιος χαρμπί.
Κι ένας γιος του Καλυβά, δυο μπιστόλια, δυο χαρμπιά.
Άστε μας, καρβουναρέοι, να σκοτώσουμε τον μπέη.



Όλον το Μάη, Μάη 
Όλον το Μάη Μάη κι όλον το θεριστή
Ήρθα για να σε πάρω μου φάνηκες μικρή
Όλον το Μάη, Μάη κι όλον τον Αύγουστο
Ήρθα για να σε πάρω μου κάνεις τ’ άρρωστο
Πέντε πορτοκάλια τα δυο σαπίσανε
Ήρθα για να σε πάρω και δεν σ’ αφήσανε.

Όξω πλάτυνε χορέ
Όξω πλά- μωρ’ όξω πλά- , όξω πλάτυνε χορέ
όξω πλάτυνε χορέ και στρογγυλογύριζε
και στρογγυλογύριζε, για να ιδείς τα νιόγαμπρα
για να ιδείς τα νιόγαμπρα, πως χορεύουνε τα δυο
πως χορεύουνε τα δυο, μεσ’ τη μέση στο χωριό.

Όποιος με βλέπει και γελώ
Όποιος με βλέπει και γελώ θαρρεί δεν έχω πόνο το μαύρο ε καημένα μου
Τον πόνο που ’χω στην καρδιά το ντέρτι που με δέρνει καημένα μου
Μά- μοι μάγια μωρή στρουμπούλο μα μοι - μάγια μο ’χεις καμωμένα
Και τρελε- μωρή στρομπούλο μου και τρελαίνομαι για σένα
Όσα μο- μωρή στρομπούλο μου όσα μο ’χεις καμωμένα
Στο χαρτί μωρή στρομπούλο μου στο χαρτί τα ’χω γραμμένα
Δεν έχω τίνος να το ειπώ και να το μολογήσω ε καημένα μου
Στου βρε στου παπά τα παραθύρια κά- μοι -κάθονταν δυο μα- μωρ μαύρα φρύδια
Κάθονταν δυο μαύρα φρύδια στου παπά τα παραθύρια
Να χα ’γω τα μαύρα φρύδια κι μοϊ κι ο  παπάς τα παραθύρια
Θέλω να σε να σε να μοϊ να σου στρώνω να κοιμάσαι
Θέλω να ’μαστε τα δυο μας κι ας βουλιάξει το χωριό μας
Γεια μας γεια μας και χαρά μας να μας ζήσει η συντροφιά μας
Ποιος πλούσιος μωρέ  πέθανε και πήρε γιε μου βιό κοντά του
Ωχ πήρε μωρέ δυο πήχες σάβανο να ντύσει γιε μου το κορμί του
Γεια μας γεια μας και χαρά μας να μας ζήσει η συντροφιά μας
Θέλω να πιάσει μωρέ μια ψιλή βροχή ν’ αργήσουν γιε μου να με θάψουν
Να μαζευτούνε μωρε γιε μου όλοι οι φίλοι μου κι  από καρδιάς γιε μου να κλάψουν
Ζαλίζομαι μωρέ ζαλίζομαι όταν σε συλλογίζομαι
Ζαλίζω μωρέ το κεφάλι μου αχ τι θα γενεί το χάλι μου.

Όσα λουλούδια έχει η άνοιξη
-Ν’ όσα, μωρέ, ν’ όσα λουλούδια ’χει άνοιξη,
ν’ όσα λουλούδια η άνοιξη κι πόλη παραθύρια, κι πόλη παραθύρια
τόσα φλουράκια ξόδιασα, κόρη μου, για τε σένα.
-Δεν τόξερα, λεβέντη μου, που ξόδιασες για μένα.
Να γίνω γη να με πατάς, γιοφύρι να περάσεις,
να γίνω κι ασημόκουπα να σε κερνώ, να πίνεις.
Εσύ να πίνεις το κρασί και ’γω να πλέω μέσα,
να ξαγλυστρώ στα χείλη σου, να πέφτω στην καρδιά σου.


Ο χάρος κι ο φθινόπωρος
Ο χάρος κι ο φθινόπωρος αντάμα τρων και πίνουν.
Αχ! Εκάλεσαν την άνοιξη να πάει να κουβεντιάσουν.
Οχ! Εψές προψές απέρασαν πίσω απ’ τον Άγιο Δήμο
και κάλεσαν την άνοιξη  που μάλωνε το χάρο.
-Χάρε μ’, τους νιούς που μου ’φερες, χάρε μ’, τα παλικάρια,
όλους του εξεγέλασα μ’ ένα κλωνάρι μόσχο.
Οχ! Κι ένα μικρό μικρούτσικο, δεν μπορ’ να το λαρώσω.
Αχ! Τη νύχτα κλαίει για βυζί και την αυγή για μάνα.
Χάρε, δεν εχόρτασες, τόσα βουνά μπροστά σου
Μου πήρες και τον άντρα μου στα χέρια τα δικά σου.

Παίρνω το δρεπανάκι μου
Παίρ(ν)ω το δρε- να ζεις μωρ’ θεια, παίρνω το δρεπανάκι μου (δις)
λεμ’ και πά(ν)ω να μωρ’ να θερίσω, μαύρα μάτια να μωρ’ να φιλήσω (δις)
Όλη τη νύ- να ζεις μωρ’ θεια, όλην τη νύχτα θέριζα (δις)
λεμ’ μ’ ένα ψιλό μωρέ τραγούδι, μ’ ένα έμορφο μωρέ λουλούδι (δις)
Κι εξύπνησα, να ζεις μωρ’ θεια κι εξύπνησα τρία χωριά
λεμ’ και τρία μοναστήρια, μαύρα μάτια, μαύρα φρύδια
Εξύπνησα, να ζεις μωρ’ θεια κι εξύπνησα μια καλογριά
από μέσα από το κελί της κι από την προσκύνησή της.



Πάνω στη Μακεδονία
Πάνω στη Μακεδονία, μεσ’ τα χιόνια, μεσ’ τα κρύα (δις)
Βόλι έρχεται από πέρα, του Βαγγέλη μαύρη μέρα. (δις)
Βαγγέλ’ Ζώτο, παλικάρι, της Χειμάρας το καμάρι. (δις)
Μεσ’ της Κοκκινιάς αντίκρυ γίνηκε μεγάλη μάχη. (δις)
Κλαίν’ οι συγγενείς και φίλοι για το Ζώτο το Βαγγέλη. (δις)
Βαγγέλ’ Ζώτο, παλικάρι, της Χειμάρας το καμάρι. (δις)

Παπάδες απ’ τη Σωπική
Παπάδες ’πο τη Σωπική, παπάδες, παπάδες,
Πολύ γραμματισμένοι, παπάδες λεβεντάδες!
Βαστούν μαχιέρια μ’ άλυσους, κομπούρια ασημένια.
Στέλν’ ο Αλι Τόσκας το χαρτί:
«Του Κακολάκου στις καριές να παν’ να γιοματίσουν».
Ο παπά Κώστας έξυπνος παίρνει και το διαβάζει:
-Παιδιά, μας έρθ’ ο θάνατος, παιδιά, μας έρθ’ ο τέλος.

Παρακαλώ σε κύρη μου
Παρακαλώ σε, κύρη μου, και προσκυνώ θεέ μου,
Αχ! (ν)αρρώστια κει στην ξενιτιά, ωρέ, του ξένου μην του δώσεις.
Η αρρώστια θέλει στρώματα, θέλει μεγάλη λάτρα.
θέλει μανούλα στο πλευρό, γυναίκα στο κεφάλι,
θέλει αδελφές ολόγυρα να τον καλοκοιτάζουν
Μα τι είδαν τα ματάκια μου, μα τι είδαν τα καημένα!
Πως θάφτουνε στην ξενιτιά, ωρέ, τους ξένους, όταν πεθαίνουν,
δίχως θυμίαμα και κερί, δίχως παπά και ψάλτη
δίχως μανούλας κλάματα, γυναίκας μοιρολόγια.

Πέντε μήνες ανεβαίνω
Πέντε μήνες ανεβαίνω στο βουνό,
κι άλλους δέκα κατεβαίνω στο γιαλό.
Βρίσκω κόρη που κοιμούνταν μοναχή.
Έσκυψα να τη φιλήσω και δεν μ’ ένιωσε
κι την ξαναπλησιάζω, με κατάλαβε.
Άνοιξε τα δυο της μάτια και με κοίταξε,
άνοιξε τα δυο της χέρια και μ’ αγκάλιασε.

Πέντε μήνες παντρεμένη
-Πέντε μήνες παντρεμένη, που το βρήκες το παιδί;
Που πηγαίνεις που γυρίζεις, δίχως να ’χεις εντροπή;
-Χήρα η μάνα η κακομοίρα, χήρα με κουνάρησε.
Με κομμάτια στο ζωνάρι η μάνα με μεγάλωσε.
Κάνω το κορμί μου βάρκα, τα χεράκια μου τσαπιά,
Να με δει ο γείτονάς μου, να του κάψω τη καρδιά.

Πέντε ποντικοί 

Πέντε ποντικοί, μπιρμπιλομάτα μου,
και δυο νιφιτσοπούλες, μπιρμπιλιό και μαυρομάτα.
Γάμο ν’ έκαναν, μπιρμπιλομάτα μου,
μ’ ένα σπυράκι στάρι, μπιρμπιλιό και μαυρομάτα.
Πήγαν και το ’πλυναν, μπιρμπιλομάτα μου,
στο δάκρυ της χελώνας, μπιρμπιλιό και μαυρομάτα.
Πήγαν το σάκιασαν, μπιρμπιλομάτα μου,
στης ψείρας το τομάρι, μπιρμπιλιό και μαυρομάτα.
Πήγαν και τ’ άλεσαν, μπιρμπιλομάτα μου,                      
στης βάβως το σφοντύλι, μπιρμπιλιό και μαυρομάτα.

Πέρασα ’πο ’να γιοφύρι
Πέρασα ’πο ’να γιοφύρι, βλέπω μια στο παραθύρι
Βλέπω μια στο παραθύρι, που κεντάει χρυσό μαντίλι.
Το κεντάει, το χρυσαφώνει, με τη μάνα της μαλώνει.
-Μάνα, λέει, παντρεψέ με, σπιτονοικοκυρέψε με!

Πέρα σε κείνο το βουνό
Πέρα σε κείνο το βουνό, κοντούλω τι με μάρανες,
Λέει, που είναι ψηλό και μέγα, έλα μαυρομάτα μ’, έλα.
Ποχει  (ν)αντάρα στη κορφή, κοντούλω τι με μάρανες,
Λέει, και καταχνιά στο πάτο, έλα μαυρομάτα μ’, έλα.
Κι από τη κείθε τη μεριά, κοντούλω τι με μάρανες,             
Λέει, κλήμα ήταν φυτρωμένο, έλα μαυρομάτα μ’, έλα.
Κάνει σταφύλια κόκκινα, κοντούλω τι με μάρανες,
Λέει, κρασάκι σαν το γαίμα, έλα μαυρομάτα μ’, έλα.
Όσες μανάδες το ’χουν πιεί, κοντούλω τι με μάρανες,
Λέει, καμιά παιδί δεν κάνει, έλα μαυρομάτα μ’, έλα.
Να το ’χε πιεί κι η μάνα μου, κοντούλω τι με μάρανες,
Λέει, να μη ’χε κάνει εμένα, έλα μαυρομάτα μ’, έλα.
Σαν μ’ έκανε τι μ’ ήθελε; κοντούλω τι με μάρανες,
Λέει, σαν μ’ έχει τι με θέλει; έλα μαυρομάτα μ’, έλα.
Που βρίσκομαι που περβατώ; κοντούλω τι με μάρανες,
Λέει, στης Πόλης τα σοκάκια, έλα μαυρομάτα μ’, έλα.

Πέρδικα και περιστέρα
Πέρδικα και περιστέρα, κλαίν’ τα μάτια μου για σένα.
-Κλαίν’ τα μάτια μου για σένα, τα δικά σου για τε μένα.
-Που ’σουν, πέρδικα γραμμένη, που ’ρθες το πρωί βρεγμένη;
-Ήμουνα πάνω στα πλάγια, στις δροσιές και στα χορτάρια.
-Τι έκανες πάνω στα πλάγια, στις δροσιές και στα χορτάρια;
-Έτρωγα το Μάη τριφύλλι και τον Αύγουστο σταφύλι.
-Και τον Αύγουστο σταφύλι, για να σε φιλώ στα χείλη.

Πέρδικα που ’σαι στη φτέρη
Πέρδικα που ’σαι στη φτέρη ποιον να στείλω να σε φέρει
Στέλνω το ’να, στέλνω τ’ άλλο και τους δίνω το ριγάλο
Στέλνω το χελιδονάκι που ’ναι γρήγορο πουλάκι
Και στην εκκλησιά θα πάμε και το πρόσφορο θα φάμε
Θα χορέψω μες στ’ αλώνι για να σκάσουν οι γειτόνοι.

Πήγαινα το δρόμο δρόμο
Πήγαινα το δρόμο, δρόμο, ρόιδο, μωρ’, και βασί-βασιλικό.
Βρίσκω μια μηλιά στο δρόμο, ρόιδο, μωρ’, και βασί-βασιλικό.
Της εγύρεψα ένα μήλο, ρόιδο, μωρ’, και βασί-βασιλικό.
Μου ’πε τα ’χω ζυγισμένα, ρόιδο, μωρ’, και βασί-βασιλικό.
Με της Πόλης το καντάρι, ρόιδο, μωρ’, και βασί-βασιλικό.
Και η κυρά λογαριασμένα,  ρόιδο, μωρ’, και βασί-βασιλικό.

Πήγε ο άντρας μ’ στο παζάρι
Πήγε ο άντρας μ’ στο παζάρι  - μωρέ μπιρμπιλιό
Πήγε να μου φέρει ψάρι – μωρέ κιαϊμελιό.
Κι αυτός μου ’φερε λινάρι, - μωρέ μπιρμπιλιό
Πότε να το γνέσω η μαύρη; – μωρέ κιαϊμελιό.
Τη Δευτέρα δεν αδειάζω - μωρέ μπιρμπιλιό
Και την Τρίτη κουβεντιάζω – μωρέ κιαϊμελιό.
Την Τετάρτη πάω στο μύλο - μωρέ μπιρμπιλιό
Και την Πέμτπη θα ζυμώσω – μωρέ κιαϊμελιό.
Την Παρασκευή θα πλύνω - μωρέ μπιρμπιλιό
Το Σαββάτο θα μπαλώσω – μωρέ κιαϊμελιό.
Και την Κυριακή θ’ αλλάξω - μωρέ μπιρμπιλιό               
Και στην εκκλησιά θα πάω – μωρέ κιαϊμελιό.

Πίνετε να πίνομε
Πίνετε να πίνομε, μωρέ, παιδιά, άϊ μωρέ παιδιά.
Και μη παραπίνετε, ντουλμπέρια μου,
ω ντουλμπέ-ντουλμπέρια μου.
Αύριο στράτες έχομε, μωρέ παιδιά, άϊ μωρέ παιδιά.
Στράτες και στρατέματα, ντουλμπέρια μου,
ω ντουλμπέ-ντουλμπέρια μου.
Στα βουνά θ’ ανέβομε, μωρέ παιδιά, άϊ μωρέ παιδιά.
Κλέφτες θ’ απαντήσομε, ντουλμπέρια μου,
ω ντουλμπέ-ντουλμπέρια μου.
Πόλεμο θα πιάσομε, μωρέ παιδιά, άϊ μωρέ παιδιά.
Κι όλους να σκοτώσουμε, ντουλμπέρια μου,
ω ντουλμπέ-ντουλμπέρια μου.

Ποια είναι εκείνη που κατεβαίνει
Ποια είναι εκείνη που κατεβαίνει
στ’ άσπρα ντυμένη από το (ι) βουνό, από το (ι) βουνό
Χρυσό κανάτι κρατά στα χέρια της,
λουλούδια μαζεμένα από το (ι) βουνό, από το (ι) βουνό
Για να τα δώσει στον έρωτά της,
και για την αγάπη της και για τον καημό, και για τον καημό.

Ποιος αρματώνει φλάμπουρο

Ποιος αρματώνει φλάμπουρο με την ελιά, με την ευχή,
Με την ευχή της Παναγιάς και του Χριστού το χέρι, με του Χριστού το χέρι,
Ποιος αρματώνει φλάμπουρο με την ελιά, με την ευχή,
Πατέρας μου τ’ αρμάτωνε με την ελιά, με την ευχή,
με την ευχή της Παναγιάς και του Χριστού το χέρι, με του Χριστού το χέρι.

Μητέρα μου τ’ αρμάτωνε με την ελιά, με την ευχή,
με την ευχή της Παναγιάς και του Χριστού το χέρι, με του Χριστού το χέρι.
Μπαρμπάδες μου τ’ αρμάτωναν με την ελιά, με την ευχή
με την ευχή της Παναγιάς και του Χριστού το χέρι, με του Χριστού το χέρι.
Ξαδέρφοι μου τ’ αμάτωναν  με την ελιά, με την ευχή,
με την ευχή της Παναγιάς και του Χριστού το χέρι, με του Χριστού το χέρι.
Γειτόνοι του τ’ αρμάτωναν με την ελιά, με την ευχή
με την ευχή της Παναγιάς και του Χριστού το χέρι, με του Χριστού το χέρι.

Ποιος είδε ήλιο το βραδιό
Ποιος είδε ήλιο το βραδιό, το ’χω μάρα και καημό
κι αστρί το μεσημέρι, με μάρανες, καημένη.
Μια γιορτή, μια Κυριακή, ρούσα μου και γαλανή, μωρ’,
εβγήκα στο σημάδι, με μάρανες καημένη.
Το ρίχνει ένας, το ρίχνουν δυο, το ’χω μάρα και καημό,
το ρίχνουν τρεις και πέντε, με μάρανες, καημένη.
Το ρίχνει κόρη ανύπαντρη, ρούσα μου και γαλανή,
το βγάζει παραπάνω, με μάρανες, καημένη….

Ποιος είδε τον αμάραντο
Ποιος εί-, μωρέ ποιος είδε τον αμάραντο
σε τι βουνό φυτρώνει .
Φυτρώνει μεσ’ τα μάρμαρα, στις πέτρες, τα λιθάρια.
Χωρίς νερό ποτίζεται, χωρίς δροσιά δροσιέται.
Τον τρων’ τα λάφια και ψοφούν, αρκούδες και μαρεύουν,
Τον τρων’ τα λάγια πρόβατα και λησμονούν τ’ αρνιά τους.
Να το ’χε φάει κι μάνα μου, να μη ’χε κάνει εμένα,
Παρά το θαύμα που είδα εγώ εψές στο πανηγύρι:
Άρπαξ’ ο λύκος το παιδί στην αγκαλιά της μάνας.
Χίλιοι πεζοί τον κυνηγούν τριακόσιοι δυο καβάλα.
-Άφησε, λύκε, το παιδί και πάρε το μουσχάρι!
Και το παιδί δεν τ’ άφησε και το μουσχάρι πήρε.

Ποιος θέλ’ ν’ ακούσει τα βιολιά
Ποιος θέλ’ ν’ ακούσει τα βιολιά, Γαλανή μωρ’ Γαλανή,
τα ντέφια πως βαρούνε; μώρη πέρδικα γραμμένη.
Ας πάει από την εκκλησιά, Γαλανή μωρ’ Γαλανή,
κι από το χοροστάσι, μώρη πέρδικα γραμμένη.
Εκεί θ’ ακούσει τα βιολιά, Γαλανή μωρ’ Γαλανή,
τα ντέφια πως βαρούνε,  μώρη πέρδικα γραμμένη.
Χορεύει η Γαλανή μπροστά, Γαλανή μωρ’ Γαλανή,
κι ο Δήμος από πίσω, μώρη πέρδικα γραμμένη.
Κι απ’ τα πολλά κουνήματα, Γαλανή μωρ’ Γαλανή,
κι απ’ το πολύ το νάζι, μώρη πέρδικα γραμμένη.
της κόπηκε τ’ αργυρό κουμπί, Γαλανή μωρ’ Γαλανή,
κι εφάνηκε το βυζί της,  μώρη πέρδικα γραμμένη.

Ποιος σου το είπε δε σε θέλω
Ποιος σου το είπε δε σε θέλω, χο χόι
Χάϊδω, Χάϊδω μωρ’ ντελή μωρέ Χάϊδω.
Ποιος σου το είπε μωρ’ δε μωρ’ δε σε θέλω,
Χάϊδω, μωρέ Χάϊδω μωρ’ ντελή Χάϊδω.
Κι έντυσες τα λερωμένα,
Χάϊδω, Χάϊδω μωρ’ ντελή μωρέ Χάϊδω.
και τα λεροφορεμένα
ρίξτα κάτω τα καημένα
να σε πάρω γκαντεφένια
Έλα Χάϊδω με τ’ εμένα
να περνάς χαριτωμένα.

Ποιος τον κάνει ετούτο γάμο
Ποιος τον κάνεις ετούτ’ το γάμο, τον τρανό και το μεγάλο;
Οι γονέοι μου τον κάνουν, άι, με γεια του, με χαρά τους,
άι, με γεια τους, με χαρά τους, να προκόψουν τα παιδιά τους.
Όλη ετούτ’ την εβδιμάδα του καλού γαμπρού η μάνα
όλο δρόμους καθαρίζει, μήλα ρόιδα τους γεμίζει,
Εκκλησιά μου κουκλωτή, κουκλωτή καμαρωτή,
όπως εδέχθης τα κεριά σου, δέξου και τα νιόγαμπρά σου
να τ’ αρραβωνιάσουμε, να τα στεφανώσουμε.

Πουλάκι βγήκ’ από τη γη
Πουλάκι βγήκ’ από τη γη, μωρ’ έλα, μωρ’ έλα
’ν’ από τον κάτω κόσμο, μωρ’ έλα με τ’ εμένα
και πάει κι ακούμπησε μωρ’ έλα, μωρ’ έλα
σε λυπημένη πόρτα, μωρ’ έλα με τ’ εμένα
με τα ποδάρια κίτερα, μωρ’ έλα, μωρ’ έλα
 και τα φτερά τσουγμένα, μωρ’ έλα με τ’ εμένα
Βγαίνουν μανάδες και ρωτούν, μωρ’ έλα, μωρ’ έλα
και αδερφές ν’ ακούσουν, μωρ’ έλα με τ’ εμένα
- Πουλάκι πες μας τίποτε, μωρ’ έλα, μωρ’ έλα
από τον κάτω κόσμο, μωρ’ έλα με τ’ εμένα
- Τι να σας πω αδέρφια μου, μωρ’ έλα, μωρ’ έλα
 τι να σας μολογήσω; μωρ’ έλα με τ’ εμένα
Έπεσε σπίθα από κερί, μωρ’ έλα, μωρ’ έλα
 και τσιαν’ από λαμπάδα, μωρ’ έλα με τ’ εμένα
εκάηκ’ η μέση του χορού, μωρ’ έλα, μωρ’ έλα
 που χόρευαν νυφάδες, μωρ’ έλα με τ’ εμένα
εκάηκ’ το γεροντικό, μωρ’ έλα, μωρ’ έλα
 μαζί με τα σκουτιά τους, μωρ’ έλα με τ’ εμένα.

Πως λάμπει ο ήλιος του Μαγιού
Πως λάμπει ο ήλιος του Μαγιού, τ’ Αυγούστου το φεγγάρι
έτσι έλαμψε και η Λιάκαινα μέσα στους Τουρκαλάδες.
-Μωρ’ Λιάκαινα, παντρεύεσαι, Τούρκον άνδρα  να πάρεις;
-Κάλια να δω το άιμα μου στη γη να κοκκινίσει,
παρά να δουν τα μάτια μου Τούρκος να τα φιλήσει.

Σαν δεν ξέρεις Δημητρούλα 
Σαν δεν ξέρεις, τζάνουμ Δημητρούλα
Νακεντήσεις τα ασούρια
Τι τα κάνεις
Πάρε με στην αγκαλιά σου
Κι αν δεν θέλεις
Πες μου τι να κάνω
Θα σε πάρω εγώ κοντά μου

Σαν πάει Απρίλης δώδεκα
Σαν πάει Απρίλης δώδεκα, καημένη Παναγιώταινα,
λεν’ κι ο Μάης δεκαπέντε, Παναγιώταινα καημένη.
Βγήκαν οι βλάχοι στα βουνά, καημένη Παναγιώταινα,
λεν’ κι βλάχισες στους κάμπους, Παναγιώταινα καημένη.

Σεις περήφανα πουλάκια 

Σεις περήφανα πουλάκια, ωχ, που πετάτε αυτού ψηλά,
στην πατρίδα, που θα πάτε, χαιρετίσματα πολλά.
Πείτε και στη δόλια μάνα πως εγώ σκοτώθηκα
για μια ελεύθερη πατρίδα, στη ζωή είμαι όλο χαρά.
Για σημάδι μου ’χουν βάλει μια σημαία ελληνική
με άσπρα γράμματα γραμμένη, να με λένε νικητή.

Σε περιβολάκι μπαίνω
Σε περιβολάκι μπαίνω, με μηλιές περιφραγμένο.
Με μηλιές και κυπαρίσσια, παν’ τα μάτια μου περίσσια.
Βλέπω λεϊμονιά στη μέση, που λυγίζεται να πέσει.
Λεϊμονιά μου, συλλογίσου, πως θαρθ’ ο καιρός θρηνήσου.
Θα σου πέσουνε τα φύλλα, και θα μαραθείς, μωρ’ σκύλα.
Θα σου πέσει κι δροσιά σου, και θα μαραθεί η καρδιά σου.

Σε πολλά κάστρα που πήγα
Σε πολλά κάστρα που πήγα αχ, και σεργιάνησα α! και σεργιά- ω! σεργιάνησα
Ωσάν της Ωργιάς το κάστρο, κα-ια-στρο δεν είδα, κάστρο δε μωρέ δεν είδα
Κάστρο θεμελιωμένο, Κάστρο ξακουστό, Κάστρο της μαυρομάτας και της αλωναριάς.
Σαράντα οργιές του ψήλου, δώδεκα πλατύ μολύβι σκεπασμένο, μαρμαροχυτό.
Σαράντα πύργους έχει ασημόχυτους με πόρτες σιδερένιες κι αργυρά κλειδιά
Και του γιαλού η πόρτα ’στράφτει μάλαμα Τούρκοι το πολεμούσαν χρόνους δώδεκα
Ρωμιοί το παραστέκουν δεκατέσσερεις και δεν μπάρ’ (ν)α το πάρουν το μυριόρημο.
Και βγήκε ένα Τουρκάκι Ρωμιογέννητο ρωμιοκουναρημένο, γενιτσαρόπουλο,
Τον αμιρά του πάνει και παρακαλεί: -Αφέντη μ’ αμιρά μου και σουλτάνε μου
Θα πάρω ’γώ το κάστρο, πόσα η ρόγα μου;
-Πεντακόσια η φορεσιά σου, χίλια η ρόγα σου
χίλια άσπρα την ημέρα κι άλογο καλό και δυο σπαθιά ’σημένια για τον πόλεμο.
-Ούτε τ’ άσπρα σου θέλω, ούτε τα φλουριά ούτε και τ’ άλογό σου ούτε και τα σπαθιά
Εγώ θέλω την κόρη που ’ναι στα γυαλιά. -Ωσάν το κάστρο πάρεις χάρισμα κι αυτή…

Σε πολλές χαρές που πήγα
Σε πολλές χαρές που πήγα
φίλντισι καριοφίλλι, φιλντισάκι μου γραμμένο.
Τέτοιο αντρόγυνο δεν είδα,
φίλντισι καριοφίλλι, φιλντισάκι μου γραμμένο.
Όπως ταιριάσαν στο μπόι
φίλντισι καριοφίλλι, φιλντισάκι μου γραμμένο.
Να ταιριάξουν και στη γνώμη,
φίλντισι καριοφίλλι, φιλντισάκι μου γραμμένο.
Δεν χωρεί σπυρί λεμόνι,
φίλντισι καριοφίλλι, φιλντισάκι μου γραμμένο.

Σε τι ντερμάνι μπέη μου
Σε τι ντερμάνι, μπέημ’ μ’ άφησες
στο Δέλβινο να ζήσω, ωρέ μπέη μου,
στο Δέλβινο να ζήσω, άι πασομπέη μου;
Να σκάψω η μαύρη δεν μπορώ,
για να θερίσω όχι, ωρέ μπέη μου,
για να θερίσω όχι, άι πασομπέη μου,
Να πάρω αλεύρι η μαύρη δανεικό,
ξένο κι αναποπιασμένο, ωρέ, μπέη μου,
ξένο κι αναποπιασμένο, πασομπέη μου.
Χορτάριασαν οι πόρτες, μπέη μου,
οι κλειδαριές σκουριάσαν, άι πασομπέη μου.
Σκούζουν ταβλάδες γι’ άλογα,
(ν)οντάδες γι’ αφεντάδες, άι πασομπέη μου,
σκούζουν και τα λαγωνικά για τα ’μορφα κυνήγια,
για τα ’μορφα κυνήγια, άι πασομπέη μου.

Σε τούτη τάβλα που ’μαστε
Σε τούτη τάβλα που ’μαστε σε τούτο το τραπέζι,
τον άγγελο φιλεύουμε και το Χριστό κερνούμε.
και τη χρυσή την Παναγιά πολύ την προσκυνούμε,
που μας χαρίζει τα κλειδιά, κλειδιά του παραδείσου,
για να ’μπω μέσα και να ’δω, λουλούδια ανθισμένα,
να πάρω και να μυρισθώ, το που ’ναι ευλογημένα,
να δω τους νιούς που χαίρονται, γερόντους να χορεύουν,
να δω και τους καλότυχους στους μόσχους καθισμένους.



Σ’ ευχαριστώ φεγγάρι μου
-Φέγγε, φεγγαράκι μου, για να ’βρω την αγάπη μου.
Φέγγε ψηλά, φέγγε χαμηλά, γιατί έχει λάσπες και νερά.
-Κι εγώ φέγγω ως το πρωί, ποιος έχασ’ αγάπη να τη βρεί.
Σ’ ευχαριστώ, φεγγάρι μου που μου ’κανες τη χάρη μου.
Που βρήκα την αγάπη μου, λαμπρό φεγγαράκι μου.

Σηκωθείτ’ αγάλια – αγάλια
Σηκωθείτ’ αγάλια – αγάλια σαν τα φίδια στα χορτάρια.
Σηκωθείτ’ ολίγο – ολίγο, ήρθ’ η ώρα για να φύγω.
Που θα πάμε οι καημένοι, που είμαστε μαθημένοι;
Ως τα Κτίσματα θα πάμε, τηγανίτες για να φάμε.
Τηγανίτες με το μέλι και ρακί με πεκμέζι.
Για να ιδούμε, ν’ αποϊδούμε, πάλι εδώ θ’ ανταμωθούμε.

Σήμερα είναι Αποκριές
Σήμε-, μωρέ, σήμερα είν’ Αποκριές,
σήμερα είν’ Αποκριές απού χορεύουν οι γριές.
Μπάτε, κορί- κοριτσάκια μου, μπάτε, κορίτσια, στο χορό,
μπάτε, κορίτσια, στο χορό τώρα που έχετε καιρό.
Γιατί αύριο, κοριτσάκια μου, γιατί αύριο παντρεύεστε,
γιατί αύριο παντρεύεστε, σπιτονοικοκυρεύεστε.
Δε σας αφή-, κοριτσάκια μου, δε σας αφήνει ο πεθερός,
δε σας αφήνει ο πεθερός, να πάτε, όπου γένεται ο χορός.
Δε σας αφή-, κοριτσάκια μου, δε σας αφήνει η πεθερά,
δε σας αφήνει η πεθερά να πάτε εδώ που είναι χαρά.
Τους άντρες τους μεθύζουμε και τους αποκοιμίζουμε
και τον κακό τον πεθερό τον κα΄νω, όπως θέλω εγώ,
και την κακή την πεθερά την βάνω μεσ’ την πυροστιά.
δε σας αφή-, κοριτσάκια μου, δε σας αφήνουν τα παιδιά,
δε σας αφήνουν τα παιδιά να πάτε σ’ άλλη γειτονιά.
Τα παιδιά τα δέρνομε, κοντά μας δεν τα παίρνομε.

Σήμερα η μέρα Πασχαλιά 
Σήμερα η μέρα Πασχαλιά, λαμπάδα – λαμπάδα,
σήμερα η άσπρη μέρα, λαμπάδα μου γραμμένη,
που αναστήθηκε ο Χριστός, λαμπάδα – λαμπάδα,
ο γιος της Παναγίας, λαμπάδα μου γραμμένη,
όπου τον είχαν καρφωτό, λαμπάδα – λαμπάδα
οι άνοιμοι Εβραίοι,  λαμπάδα μου γραμμένη.

Σ’ όσες χαρές κι αν πήγα
Σ’ όσες χαρές κι αν πήγα, τέτοια νύφη δεν την είδα
Φίλντισι καραφίδι παλικάρι μου γραμμένο
Να ’χει μπάλα για κορώνα, φίλντισι καραφίδι
Και το φρύδι σα γαϊτάνι παλικάρι μου γραμμένο
Να ’χει μάτι σαν φλυτζάνι που ζωγράφος δεν το φκιάνει
Και τη μύτη κοντυλένια παλικάρι μου γραμμένο
Να ’χει στόμα δαχτυλίδι δεν χωράει σπυρί σταφύλι
Να ’χει μέση για κεμέρι παλικάρι μου γραμμένο
 
Στης Δερόπολης τον κάμπο 
Στης Δερόπολης τον κάμπο,  μώρε μπιρμπιλιό, μώρε κιαγμηλιό
Δέντρο ήταν φυτρωμένο, ,  μώρε μπιρμπιλιό, μώρε κιαγμηλιό
Κι ο Γιαννάκης ξαπλωμένος,  μώρε μπιρμπιλιό, μώρε κιαγμηλιό
Με το γρίβα του δεμένο,  μώρε μπιρμπιλιό, μώρε κιαγμηλιό
Κίνησε και λέει ο γρίβας,  μώρε μπιρμπιλιό, μώρε κιαγμηλιό
Σήκου Γιάννο (αφέντη) καβαλίκα,  μώρε μπιρμπιλιό, μώρε κιαγμηλιό
Δεν μπορώ καημένε γρίβα,  μώρε μπιρμπιλιό, μώρε κιαγμηλιό
Γιατί είμαι πληγωμένος,  μώρε μπιρμπιλιό, μώρε κιαγμηλιό.
 
Στης Ελένης το κρεβάτι
Στης Ελένης το κρεβάτι γύρω κάθονταν γιατροί
και κρυφά το κουβεντιάζαν πως δεν έχει πια ζωή.
Τ’ άκουσε η μαύρη Λένη κι έβγαλε πικρή φωνή:
-Άχ, ω Λένη, και παιδί μου, και λύπη μου, σε πονεί;
-Κόπηκαν τα γόνατά μου, το κορμί μ’ αδυνατεί.

Στης Σαμαρίνας τα βουνά
Στης Σαμαρίνας τα βουνά, Λέν’ η Λιβαδιώτισσα,
μη ’ταν μια κρύα βρύση, Λένη καμαρωμένη.
Πάησαν οι νιές να πιούν νερό, να πιούν και να γιομίσουν.
Πάησε κι Λέν’ η έμορφη να πιει και να γιομίσει,
και ’χασε το μαντίλι της το χρυσοκεντημένο
Αν το ’βρε νιος να το χαρεί και γέρος να το χάσει.

Στη Χειμάρα βγαίνει ο ήλιος
Στη Χειμάρα βγαίνει ο ήλιος, αρχηγός ο Σπυρομήλιος  (δις)
Τα παπόρια είχανε ράξει βγάζανε μωρέ, το στρατό με τάξη. (δις)
Σπυρομήλιος κάνει μάχη, με τον Καπετάν Τσουλάκη (δις)
Κρητικοί και Χειμαριώτες και καμπόσοι, μωρέ Πυλιουριώτες (δις)
Αρχηγός είχε διατάξει την Τουρκιά να υποτάξει.(δις)

Στολίζεται μια λυγερή 
Στολίζεται μια λυγερή στη μάνα της να πάει
Βάζει τον ήλιο πρόσωπο και το φεγγάρι φρύδια.
Και το λαμπρό αυγερινό τον βάζει αρραβώνα.
Κι όλα τα άσπρα τ’ ουρανού τα βάζει δαχτυλίδια.

Στον κουμπάρο θε να πάμε
Στον κουμπάρο θε να πάμε, τηγανίτες για να φάμε,
τηγανίτες με το μέλι, που η καρδιά μας πότε θέλει.
Στον κουμπάρο θε να πάμε, τηγανίτες για να φάμε,
τηγανίτες με το μέλι, και ρακί με πετιμέζι,
και ρακί με πετιμέζι, τηγανίτες με το μέλι.

Στου παπά τα παραθύρια
Στου παπά, τρίγκι τα ποτήρια μωρέ,
Στου παπά τα παραθύρια, κάθονταν δυο μαύρα φρύδια.
Να ’χα γω τα μαύρα φρύδια, κι ο παπάς τα παραθύρια.
Στου παπά το μπαλκονάκι, κάθονταν ’να κοριτσάκι.
Να ’χα ’γω το κοριτσάκι, κι ο παπάς το μπαλκονάκι.
Στου παπά την κρεβατίνα, κάθονταν μια προβατίνα.
Να ’χα γω την προβατίνα, κι ο παπάς την κρεβατίνα.

Σχίζω ρίζω το λεμόνι
Άϊντε σχίζω-ρίζω, άϊντε το λεμόνι, άϊντε βρίσκω την Πανάγιω μέσα
Άϊντε με τα χέρια, άϊντε σταυρωμένα, άϊντε και με τα μαλλιά μαρουδεμένα.
Γεια σ’ Πανάγιω μ’ μια, γεια σ’ Πανάγιω μ’ δυο, γεια σ’ Πανάγιω μ’ τρεις,
Δε σου το ’λεγα, ο μπο-μπο, δε σου το ’λεγα να μη παντρευτείς, άϊντε.
Κι αν θα παντρευτείς, τι καλό θα ιδείς, ο χο-χο,
Θα φιλήσεις, θα αγκαλιάσεις και θα βαρεθείς.
Άϊντε ρίξε τα μαλλιά, μωρέ σου, πίσω, άϊντε να σε ιδώ, να σε, μωρέ, γνωρίσω.
Άϊντε και αν σε ψιλο-, μωρέ, ρωτήσω, άϊντε και να σε γλυκο-, μωρέ, φιλήσω.

Ταχτάρισμα 
Ταρνανά και ταρμπομπό θέλ’ ο Πύρρος μου χορό,
τα βιολιά δεν είναι ’δω.
Ποιος να πάει να τα φέρει μ’ ένα τάλιρο στο χέρι
και με πέντε στο μαντίλι, για του Πύρρου το χατίρι;
Ταρνανά, ταρνίστε το, ζάχαρη ποτίστε το,
για να γένει γλήγορα, για να το παντρέψομε,
νύφη να του δώσομε, μ’ εκατό συμπέθερους,
με το νούνο αμπροστά, το λαμπράτο, τον αστράτο,
τον κοκκινογελεκάτο.
Ταρνανά, τ’ αρνιά στ’ αμπέλια, τα κατσίκια στα χωράφια.
Πάει κι ο Πύρρος να τα μάσει, εκεί βρίσκει μια κοπέλα.
Τη φυλάει, την τσιμπάει και της παίρνει και τη σκούφια.
Βγαίν’ η μάνα της μαλώνει κι ο πατέρας της πλερώνει.  

Ταχτάρισμα
Το παιδί μου το καλό, όξω δεν το μολογώ.
Το παιδί μου τ’ άσπρο – τ’ άσπρο θελ’ μια νύφη από το κάστρο,
Θέλ’ από το Τεπελένι, για να τη φωνάζουν Λένη.
Του ’τάξαν προικιό πολύ, ένα κόσκινο φλωρί.
Το παιδί μου τ’ άσπρο – τ’ άσπρο θελ’ μια νύφη από το Κάστρο,
Το παιδί μου το καλό, όξω δεν το μολογώ
-Άιντε κοιμήσου!....νάνι.
Νάνι – νάνι το μωρό μου, νάνι – νάνι το χρυσό μου
Έλα ύπνο ύπνωσε το και γλυκά αποκοίμησέ το.
- Κλείσ’ τα ματάκια ….άντε…νάνι!

Ήταν μια μέρα, μαύρη Δευτέρα

Ήταν μια μέρα, μαύρη Δευτέρα, νιάτα, μωρ’ νιάτα!
Εικοσιέξι μανούσια, λεβέντες, νιάτα, μωρ’ νιάτα!
Νιάτα όλο περηφάνια στο αίμα πνίγονται
Από σφαίρες πολυβόλου, πως τσακίζονται.
Φωνιάδες και πάλι χωριό το ριμάξαν, νιάτα, μωρ’ νιάτα!
Νιάτα όλο περηφάνια στο αίμα πνίγονται
Από σφαίρες πολυβόλου, πως τσακίζονται.

Ταράξου νούνε
Ταράξου νούνε, απ’ αυτού και σύρε περιπάνω
Και σμίξε τα παιδιά σου, έτσι να σου προκόψουν.
Έτσι να σου προκόψουν, να σε φωνάζουν: «νούνε,
νούνε και κύργιε νούνε και μεγάλε μας αφέντη».
Σέρνει η νύφη το χορό, στην κορφή με τονουνό,
Στην κορφή με το νουνό, με το γιόκα το γαμβρό.
Σέρνει η νύφη το χορό, σαν κλωνί βασιλικό,
Με τα τέλια στο κεφάλι, με τη μπόλια τη μεγάλη.

Τάσο καπετάνιε μου
Εψές προψές απέρασα, Τάσο καπετάνιε μου,
Στα πάνω στα Ραβένια, ωρέ Τάσο λεβέντη.
Εκεί καρτέρι σου’καναν, Τάσο καπετάνιε μου,
Αρματολοί και κλέφτες, ωρέ Τάσο λεβέντη.
Τρεις ντουφεκιές σου ρίξανε, Τάσο καπετάνιε μου
Τις τρεις αράδα αράδα, ωρέ Τάσο λεβέντη.
Η μια σε παίρνει ξέδορμα, Τάσο καπετάνιε μου,
Κι η άλλη στο κεφάλι, ωρέ Τάσο λεβέντη.
Κι η Τρίτη η φαρμακερή, Τάσο καπετάνιε μου,
Σε παίρνει στη καρδιά σου, ωρέ Τάσο λεβέντη.

Τα τέσσερα τα πέντε τα εννιάδερφα 
Τα τέσσερα, τα πέντε, τα εννιάδερφα,
Τα δώδεκα ξαδέρφια, τα λιγόημερα,
Που πόλεμο θ’ ακούσουν και δρόμο ’θαλα ιδούν,
Τους χαίρεται η καρδιά τους και όλο τραγουδούν
Τους ήρθε ένα φερμάνι από το βασιλιά
Να παν’ να πολεμήσουν μέσα στην Μπαρμπαριά.
Σελώνουν, καλιγώνουν, τρέμει η μαύρη γης,
Τροχούν και τα σπαθιά τους, λάμπει η θάλασσα,
Παίρνουν και τα ντουφέκια, σειούνται τα βουνά
Και την ευχή γυρεύουν από τη μάνα τους.
- Με την ευχή παιδιά μου να πηγαίνετε.
Εννιάδερφα να πάτε και αν ’ρθετε οχτώ.
Ο μικρο- Κωσταντίνος πίσω να μην ερθεί.
Εκίνησαν και πάησαν στο μακρύδρομο
Και πόλεμο δεν ήβραν και ξανά γύρισαν.
Τον κάμπο κάμπο πάνε, τον πλατύκαμπο,
Τους έπιασαν οι δίψες και τα κάματα.
Βρίσκουν ένα πηγάδι, το ξεροπήγαδο,
Σαράντα οργιές του βάθους κι εκατό πλατύ.
Ρίχνουν τις σκούρτες ρίχνουν, ρίχνουν και τα λαχνά.
Εννιά φορές τις ρίχνουν, τις μοιριόρημες,
Του Κώστα πέφτει η σκούρτα, του μικρότερου.
- Για έμπα Κώστα, έμπα να βγάλεις νερό.
Την αλυσίδα ζώστηκε και μέσα ρίχτηκε.
Επάει ως τη με΄ση και φοβήθηκε,
Επάει ως τον πάτο και λιανοσύρθηκε.
- Τραβάτε με αδέρφια γιατί επνίγηκα,
Εδώ νερό δεν έχει, αίμα είναι πολύ.
Οχιά με κουλουριάζει και όφις με κρατεί.
-Εμείς τραβάμε Κώστα, γιατί δεν έρχεσαι;
-Για βάλτε και το μαύρο να τραβάει κι αυτός.
-Κι αυτός τραβάει Κώστα, δια δε φαίνεσαι;
Εσύ δε βγαίνεις Κώστα, και τι να κάνομε;
-Κατσείτε να πεθάνω κι απέ να φύγετε.
Ώρα καλή αδέρφια και σύρτε στο καλό.
Και πείτε της μανούλας πως επαντρεύτηκα
Και της κουρεμαδιάς μου πως κουρεύτηκα.

Την άμμο άμμο πήγαινα
Την άμμο-άμμο η μαύρη εγώ, την άμμο-άμμο πήγαινα.
Τον άμμο-άμμο πήγαινα, τη θάλασσα αγνάντευα.
Τη θάλασσα κι μαύρη εγώ, τη θάλασσα αγνάντευα.
-Θάλασσα, πικροθάλασσα, τι μόκανες τον άντρα μου;
-Τον άντρα σου τον έπνιξα και στο βυθό τον έριξα.
-Που να βρω ’γω η μαύρη εγώ, που να βρω ’γω κολυμβητή;
Που να βρω ’γω κολυμβητή να κολυμπάει σαν το παπί;
Να κολυμπάει η μαύρη εγώ, να κολυμπάει σαν το παπί.
Να κολυμπάει σαν το παπί, τον άντρα μου να πάει να βρει.

Την ημέρα δεν κοιμούμαι
Την ημέρα δεν κοιμούμαι και το βράδυ περπατώ
Την αγάπη μου γυρεύω, δεν μπορώ να την εβρώ
Τη γυρεύω, τη χαλεύω σαν η μάνα το παιδί.
Ποιος μου σ’ έβαλε σε λόγια, μωρ’ αγάπη μου, μικρή;

Της Αλέξως το κορίτσι
Της Αλέξως το κορίτσι, και της Γιώργαινας.
Κάθε Κυριακή αλλάζει και στολίζεται.
Και στη σκάλα π’ ανεβαίνει σκανταλίζεται.
Ο Μεμέτ’ Αγάς διαβαίνει, την καλημερά:
-Καλημέρα σου Αλέξω, και συ Γιώργαινα.
Το κορίτσι σου το θέλω και το αγαπώ.
Θα το κάνω μπουλμπασίνα μες στο Δέλβινο.
-Πέντε φονικά να γίνουν μες στο σπίτι μου,
Το κορίτσι μου δε δίνω στο Μεμέτ’ Αγά.
-Τσώπα, τσώπα, μωρή μάνα, μη το λες αυτό.
Είναι Τούρκος και με παίρνει, και με το στανιό.
Ρίχνει μήλο, ρίχνει ρόιδο, δε τα δέχτηκε.
Ρίχνει μάλαμα κι ασήμι, χαμογέλασε.

Τι κακό έκαμα ο καημένος
Τι κακό έκαμα ο καημένος και με λεν’ όλοι φονιά;
Μήνα σκότωσα κανέναν, μήνα φίλησα καμιά.
Κάπου εδώ στη γειτονιά μου αγαπώ κι εγώ μια ναι.
Το όνομά της δεν το ξέρω, τούρκα είναι ή ρωμιά.

Τον ίσιο ίσιο περπατώ
Το ίσιο ίσιο περπατώ με μέλει δε με μέλει,
να βρω κλαράκι φουντωτό στον ίσκιο του να κάτσω,
να κάτσω να συλλογιθώ της ξενιτιάς τα ντέρτια.
Την ξενιτιά, την εργατιά, την πίκρα, την ορφάνια,
τα τέσσερα τα ζ΄γιασαν σ’ ένα βαρύ καντάρι
και βγήκανε βαρύτερα – βαρύτερα τα ξένα.
Του ξένου δώστου ξενιτιά κι αρρώστια μη του δίνεις.
Η αρρώστια θέλει στρώματα, θέλει μαξιλαράκια,
θέλει μανούλα στο πλευρό, γυναίκα στο κεφάλι.

Τον Απρίλη και το Μάη

Τον Απρίλη και το Μάη οι χαρές,
Τα πουλάκια κερλαλάνε στις φωλιές.
Το ’να λέει στ’ άλλο λέει “σ’ αγαπώ”.
-Εσύ ’σαι τ’ όμορφο πουλάκι του βουνού!
-Εσύ ’σαι ξακουσμένη κόρη του χωριού!
Έλα, δώσε μας το χέρι μια φορά,
Ε-φεύγω, πάνω σ’ άλλο κόσμο, έχε γειές!

Του Κίτσου η μάνα
Του Κίτσου η μάνα κάθονταν – Κίτσο μου μωρ’ δερβέναγα (2)
Μωρ’ στην άκρη στο ποτάμι – Κίτσο μου μωρέ και παλικάρι (2)
Με το ποτάμι μάλωνε και οτ πετροβολούσε:
-Ποτάμι για λιγόστεψε, ποτάμι γύρνα πίσω…
Το ’νιακόσια δεκατρίο 

Του Κωστή 
Ο τα τέσσερα τα πέντε τα
Τα εννιά αδέρφια (δις)
Ο τα δώδεκα ξαδέρφια
Τα λιγόημερα (δις)
Ο περνούν του δρόμου δρόμου
Το μακρύκαμπο (δις)
Ο εκεί τους πιάνει δίψα
Και τα κάματα (δις)
Μα βρίσκουνε ένα πηγάδι
Σερτοπήγαδο (δις)
Ο ριχνούν τα σιόρτια ρίχνουν
Ρίχνουν τ’ άγραφα (τα λαχνά) (δις)
Ο του Κωστή πέφτει το σιόρτι
Του μικρότερου (δις)
Και τις αλυσίδες ζώνει
Να βγάλει νερό (δις)
Έμπα Κώστα, για δεν μπαίνεις
Να βγάλεις νερό (δις)
Να γιομήσεις τη βαρέλα
Και το μαστραπά (δις)
Ο κρατάτε με αδερφάκια
Γιατί πνίγηκα (δις)
Ο εδώ νερό δεν έχει
Μα αίμα πολύ(δις)
Ο καλά κρατούμε Κώστα
Για δεν έρχεσαι, για δε φαίνεσαι
Ο αφήστε με αδερφάκια
Σύρτε στο καλό (γιατί πνίγηκα) (δις)
Της καλής μου να της πείτε
Ότι πνίγηκα (δις)
Της μάνας μου να της πείτε
Επανδρεύτηκα (δις)
Του Νάσιου Βέλιου

Εμαύρισε η Σωπική και όλη η Οψάδα
Με παμπεσιά τους έσυρε ο πιστικός του Τσέβη
Και στην καλύβα σ’ έκλεισε, στην οικοδιάδα πάει.
Η οικοσιάδα έρθε, κυκλώνει την καλύβα:
-Θανάση, παραδώσου μας, Θανάση, έβγα έξω!
-Εγώ δεν παραδίνομαι, εγώ δε βγαίνω έξω!

Τούτον τον χειμώνα
Τούτον το χειμώ- μωρ’ Λένη , Λένημου,
Τούτον το χειμώνα θέλω να διαβώ.
Και το καλοκαί- μωρ’ Λένη, Λένη μου,
Και το καλοκαίρι καλώς να σε βρω.
Νερατζιά με τ’ ά- μωρ’ Λένη, Λένη μου,
Νερατζιά με τ’ άνθη και με τον καρπό.
Στρώσε μου στη ρι- μωρ’ Λένη, Λένη μου,
Στρώσε μου στη ρίζα, ν’ αποκοιμηθώ.
Και φτενό μαντί- μωρ’ Λένη, Λένη μου
Και φτενό μαντίλι ν’ αποσκεπαστώ.
Να φυσήξ’ αέ- μωρ’ Λένη, Λένη ου,
Να φυσήξ’ αέρας από το βουνό.
Για να πέσουν τ’ α- μωρ’ Λένη, Λένη μου,
Για να πέσουν τ’ άνθη στο μαντίλι μου.
Τα παίρνω και πα- μωρ’ Λένη, Λένη μου,
Τα παίρνω και πάνω στην αγάπη μου.
Την βρίσκω που στρώ- μωρ’ Λένη, Λένη μου,
Την βρίσκω που στρώνει, και να καρτερεί.
Πάπλωμα στρωμέ- μωρ’ Λένη, Λένη μου,
Πάπλωμα στρωμένο, και γλυκό κρασί.
-Ποιονού στρώνεις κό- μωρ’ Λένη, Λένη μου,
Ποιονού στρώνεις κόρη, ποιόνε καρτερείς;
-Σένα στρώνω ασί- μωρ’ Λένη, Λένη μου,
Σένα στρώνω ασίκη, σένα καρτερώ.
Πέρδικα ψημέ- μωρ’ Λένη, Λένη μου,
Πέρδικα ψημένη και γλυκό κρασί.
Και ψηλό κρεβά- μωρ’ Λένη, Λένη μου,
 Και ψηλό κρεβάτι, για τα σε το τσελεπή.

Τούτος ο ντουνιάς 
Τούτος ο ντουνιάς, μωρ’ τούτος ο ντουνιάς,
Τούτος ο ντουνιάς δεν είναι για τ’ εμάς.
Άϊ, ντουνιάς όπου περνάει και δεν μας καλημεράει.
Που περνάει αγάλια, αγάλια, σαν η πάπια στα χορτάρια.
Άί, ντουνιά μου, άί ντουνιά μου, δεν σ’ εχόρτασε η καρδιά μου.
Άϊ, ντουνιά μου παινεμένε, δεν σ’ εχόρτασαμ καημένε.
Τούτη η γης με τα χορτάρια, τρώει νιους και παλικάρια.
Τούτη η γης που την πατούμε, όλοι μέσα θα λα μπούμε.
Τρεις έμορφες τρεις  λυγερές

Τρεις ε-, μωρέ, τρεις έμορφες, τρεις λυγερές,
τρεις έμορφες, τρεις λυγερές και τρεις καλές κοπέλες
και τρεις καλές κοπέλες.

Η μια, μωρέ, η μια της άλλης έλεγε,
η μια της άλλης έλεγε, η μια της άλλης λέει,
η μια της άλλης λέει.

-Κόρη, μωρέ κόρη μ’, το νιο απ’ αγαπάς,
κόρη το νιο απ’ αγαπάς άλλη σου τον επαίρνει,
άλλη σου τον επαίρνει.

Κι αν δε, μωρέ, κι αν δε πιστεύεις, κόρη μου,
κι αν δε πιστεύεις κόρη μου, έβγα στο παραθύρι,
έβγα στο παραθύρι.

Να ιδείς, μωρέ, να ιδείς το ψίκι απ’ όρχεται,
να ιδείς το ψίκι απ’ όρχεται πεζούρα και καβάλα
πεζούρα και καβάλα.

Να ιδείς, μωρέ, να ιδείς και τον ασίκη σου,
να ιδείς και τον ασίκη σου στο μαύρο του καβάλα,
στο μαύρο του καβάλα.

Τρέχουν τα νερά 
Τρέχουν τα νερά, τρέχουν οι βρύσες,
Τρέχουν τα παιδιά να δουν τη νύφη,
Τ’ αρχοντόπουλα να τη ρωτήσουν:
-Νύφη, τι έφερες του πεθερού σου;
-Νύφη, τι έφερες της πεθεράς σου;
-Τσεργοσέντουκο γεμάτο ρούχα.

Τρίτη Τετάρτη θλιβερή
Τρίτη Τετάρτη θλιβερή, Πέμπτη φαρμακωμένη,
Παρασκευή ξημέρωσε, να μη ’χε ξημερώσει.
Πηγαίνει ο Γιάννος στο σχολειό κι ο Κώστας στο κυνήγι.
Το καλαμάρι ξέχασε και γυρ’σε να το πάρει.
Βρίσκει τη μάνα που ’παιζε με ξένο παλικάρι.
-Σκύλα μάνα, τι κάνεις αυτού, τι κάνεις του πατρός μου;
Με ζάχαρη το ξεγέλασε και στο κελάρι το πήγε
και βγάζει το μαχαίρι της, λιανά λιανά τον κάνει.
Να κι ο Κώστας που ’ρχεται απ’ τους κάμπους καβαλάρης.
-Καλημέρα σου, κώσταινα.
-Καλώς τον Κωσταντή μου.
-Κώσταινα, που είναι ο Γιάννος μας, το μοναχό παιδί μας;
-Αχ! Για κάτσε, Κώστα μου να φας κι ο Γιάννος μας θα έρθει.

Φεγγάρι κάνε υπομονή 
Φεγγάρι , κάνε υπομονή, ο ήλιος θα ’ποκύψει
Η λεβεντιά κι λευτεριά την Κύπρο θα φωτίσει.
Και ποιο αστέρια φέρνουνε την λευτεριά σε σένα……

Φίλοι καλώς ωρίσατε
Φίλοι, καλώς ωρίσατε, συμπέθεροι καινούργιοι!
Να μας προκόψουν τα παιδιά και σ’ άλλα να χαρούμε!
Τούτον το χρόνο τον καλό όσο ναρθεί κι ο άλλος
για  ζούμε, για πεθαίνουμε, για σ’ άλλον κόσμο πάμε.
Και ’κει χαρές δε γένονται, μα δε και πανηγύρια
κι ούτε τραπεζομέσαλα να φάμε και να πιούμε.

Φράγκα – φράγκα φραγκοπούλα
Φράγκα, φράγκα, φραγκοπούλα,
φράγκα, φράγκα, φραγκοπούλα κι όμορφη Γιαννιωτοπούλα.
Κι όμορφη Γιαννιωτοπούλα ποιος σου το είπε δε σε θέλω;
Ποιος σου το είπε δε σε θέλω κι έβαλες τα λερωμένα;
Και ’βαλες τα λερωμένα και τα λεροφορεμένα.
Και τα λεροφορεμένα, ρίξτα κάτω τα καημένα!
Ρίξτα κάτω τα καημένα κι έλα νύφη με τε μένα!

Χαρείτε νιές, χαρείτε νιοί 
Χαρείτε νιοί τις έμορφες και νιες τα παλικάργια
Εσείς οι χαμογέροντες χαρείτε τα παιδιά σας
Τούτον τον τόπο που ’βραμε άλλοι τον είχαν πρώτα
Σε μας τον παραδώσανε άλλοι τον καρτερούνε
Καλότυχα είναι τα (ι)βουνά, που χάρο δε φοβούνται
Το καλοκαίρι πράσινα και το χειμώνα χιόνια.

Χαριτωμένη συντροφιά 
 Χαριτωμένη συντροφιά μου λέει να τραγουδήσω
Και ’γω τους λέγω δεν μπορώ, τους λέγω δεν το ξέρω.
Κι αυτοί μου λεν’ όσο μπορείς, μου λεν’ όσο το ξέρεις.
Τραβάτε με να σηκωθώ και βάλτε με να κάτσω
Να πω τραγούδια θλιβερά και πικραμένα χείλη,
Να  πω τραγούδια θλιβερά κα παραπονεμένα.
Παρηγοριά ’χει ο θάνατος και ελεημοσύνη ο χάρος
Κι ο ζωντανός ο χωρισμός παρηγοριά δεν έχει.
Χωρίζει  η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα,
Χω΄ριζει και τ’ αντρόγυνο το πολυαγαπημένο.
Στον τόπο που χωρίζονται χορτάρι δε φυτρώνει
Και αν φυτρώσει ένα κλωνί, το λεν’ αλησμοχόρτι.

Ψες βγήκα να σεργιανήσω 
Ψες βγήκα να σεργιανήσω – μωρ’ Βασίλω,
ψες στο Γιούλ-Μπαξέ μωρή – Βάσω και Βασιλική.
Βρίσκω κόρη που κοιμόταν – μωρ’ Βασίλω,
στα τριαντάφυλλα, μωρή – Βάσω και Βασιλική.
Κι έσκυψα να τη φιλήσω – μωρ’ Βασίλω,
δεν με δέχτηκε, μωρή – Βάσω και Βασιλική.
Άνοιξε τα δυο της μάτια – μωρ’ Βασίλω,
και με κοίταξε, μωρή – Βάσω και Βασιλική.
Και το διαμαντένιο στόμα – μωρ’ Βασίλω,
και μου μίλησε, μωρή – Βάσω και Βασιλική.
-Ξένε πού ήσουν τόσα χρόνια – μωρ’ Βασίλω,
και που γύριζες, μωρή – Βάσω και Βασιλική.
Κι όσα είχες καζαντήσει – μωρ’ Βασίλω,
σε ποιον τα ’στειλες, μωρή – Βάσω και Βασιλική.
-Ξένος ήμουν αστα ξένα – μωρ’ Βασίλω,
ξένα δούλευα, μωρή – Βάσω και Βασιλική.
Κι όσα έχω καζαντήσει – μωρ’ Βασίλω,
όλα τα ’φερα, μωρή – Βάσω και Βασιλική.
-Ξένε που ήσουν το χειμώνα – μωρ’ Βασίλω,
όπου κρύωνα, μωρή – Βάσω και Βασιλική.
Κι ήρθες τώρα καλοκαίρι – μωρ’ Βασίλω,
που ζεσταίνομαι,  μωρή – Βάσω και Βασιλική.

Ψες εχόρευαν εδώ

Ψες εχόρευαν εδώ, μωρέ Τσιέλιο,
ψες εχόρευαν εδώ, μίριμ ζώτη,
Όλο χήρες, παπαδιές
και κορίτσια πάρθενα.
Και στη μέση στο χορό
 αετός καθότανε
και περικαλιότανε.
Θεέ μου, δώσ’ μου δύναμη,
 δύναμη κι αποξουσιά
να χυθώ ν’ αρπάξω μια.
Κι αν δεν την εδιάλεγα,
να πεθάν’ τα νύχια μου,
Τα μισά μου τα φτερά,
η δεξιά μου η μεριά.
Ψες προψές απέρασα 

Ψες προψές απέρασα, ρούνα η παπαρούνα μου
από τη γειτονιά σου, παπαρούνα γεια σου γεια σου,
παπαρούνα είν’ τ’ όνομά σου και γλυκό το φίλημά σου.
Κι άκουσα που σε μάλωνε, ρούνα η παπαρούνα μου
η σκύλα η πεθερά σου, παπαρούνα γεια σου γεια σου,
παπαρούνα είν’ τ’ όνομά σου και γλυκό το φίλημά σου.
Κι αν σε μαλώνει για τ’ εμέ, ρούνα η παπαρούνα μου
πες μου να μην περάσω, παπαρούνα γεια σου γεια σου,
παπαρούνα είν’ τ’ όνομά σου και γλυκό το φίλημά σου.
Πέρνα ασίκη πέρναγε, ρούνα η παπαρούνα μου
όπως πέρναγες και πρώτα, παπαρούνα γεια σου γεια σου,
παπαρούνα είν’ τ’ όνομά σου και γλυκό το φίλημά σου.
Ρίξε νερό στην πόρτα σου, ρούνα η παπαρούνα μου
να πέσω να γλιστρήσω, παπαρούνα γεια σου γεια σου,
παπαρούνα είν’ τ’ όνομά σου και γλυκό το φίλημά σου.
Για να ’ρθω στα χεράκια σου, ρούνα η παπαρούνα μου
και στη θερμή αγκαλιά σου, παπαρούνα γεια σου γεια σου,
παπαρούνα είν’ τ’ όνομά σου και γλυκό το φίλημά σου.

Ψηλό μου κυπαρίσσι
Ψηλό μου κυπαρίσσι, λυγάει η κορφάδα σου.
Ποιος να πρωτοφιλήσει την εμορφάδα σου;
Ο ήλιος βασιλεύει κι μέρα σώνεται,
κι ο νους μου απ’ τε ΄σενα δε συμμαζώνεται.
Εσύ στο μπαλκονάκι κι εγώ διαβαίνοντας,
ρίξε μου το μαντίλι νάρθω χορέυοντας.

Βιβλιογραφία
Πολυφωνικό Τραγούδι Στην Ήπειρο (2014).Μελέτη Βασίλης Κ. Ράπτης Ιωάννινα.
Αραβαντινός Παναγιώτης, (1880). Συλλογή Δημωδών Ασμάτων της Ηπείρου. Αθήνα.
Βαρζώκας Ι. Κώστας, (1997). Ζαγορίσια δημοτικά τραγούδια Β΄τα, επιμ. Άννα Βαρζώκα. Το Ζαγόρι μας: Ιωάννινα.
Ζαμπέλιος Σπυρίδων, (1852). Άσματα δημοτικά της Ελλάδος. Κέρκυρα.
Δαλιάνης Μενέλαος (2000). Η εθνική αντίσταση της Ελληνικής Μειονότητας στη Αλβανία (1940-1944). Αθήνα.
Ζώτος Μ., (1978). Το δημοτικό τραγούδι της Βορείου Ηπείρου. Ι.Β.Ε.: Ιωάννινα.
Ζώτος Μ., (2001). Το πολυφωνικό δημοτικό τραγούδι στη ζωή και την παράδοση της Βορείου Ηπείρου, Πωγωνιακά χρονικά τόμος 3, πωγωνήσια βιβλιοθήκη Ε.Η.Μ., Ιωάννινα.
Κανελλάτου Βιβή Γ., 2010. "Το Ελληνόφωνο Πολυφωνικό Τραγούδι στο Νότιο Τμήμα της Επαρχίας Πωγωνίου στην Ήπειρο",  ΕRΚΕΤ e-Journal Αθήνα.
Κατσαλίδας Γρηγόριος, (1994). Η περιοχή Θεολόγου Αγίων Σαράντα. Ίδρυμα Βορειοηπειρωτικών Μελετών: Ιωάννινα.
Κώτσου Βαγγέλης, (1998).  Η Ήπειρος της Πολυφωνίας. Περ. Άπειρος 1, καλοκαίρι ’98.
Λαμπρίδης Ιωάννης, (1993). Ηπειρωτικά Μελετήματα, Πογωνιακά. Ε.Η.Μ., Ιωάννινα
Λάβδας Αντώνιος, (1967). Πεντάφθογγοι κλίμακες εν τη δημοτική μουσική της Ηπείρου. Ηπειρωτική Εστία  Έτος 7ο,  τ.6ο.
Λιάβας Λάμπρος, (1998).  Τα Πολυφωνικά  Τραγούδια της Ηπείρου. Περ. Άπειρος 1, καλοκαίρι ’98.
Λιάβας Λάμπρος, ().Ηπειρωτική Μουσική Παράδοση Το Πωγώνι και η μουσική του.
Λύτης Νίκος Β., (1998). Το μοτίβο στο Πολυφωνικό Τραγούδι της Βορείου Ηπείρου. Περ. Άπειρος 1, καλοκαίρι ’98. Άπειρος: Θεσπρωτία.
Λώλης Κώστας, (1998). Το ελληνόφωνο και αλβανόφωνο, πολυφωνικό τραγούδι. Συγκριτική προσέγγιση. Επιμ. Βασίλης Νιτσιάκος.  Πνευματικό Κέντρο Κόνιτσας: Κόνιτσα.
Λώλης Κώστας, (2003). Πολυφωνικό τραγούδι, Ισοκράτες και Ισοκράτημα. περ. Άπειρος 3, Ιούλιος 2003. Άπειρος: Θεσπρωτία.
Λώλης Κώστας, (2006). Το Ηπειρώτικο Πολυφωνικό τραγούδι. Ιωάννινα.
Λώλης Κώστας. Παραδοσιακά Τραγούδια Πωγωνίου. Πολιτιστικός Σύλλογος Δολού Πωγωνίου. Ιωάννινα.
Μαζαράκη Δέσποινα, (1959). “Το λαϊκό κλαρίνο στην Ελλάδα”. Μουσικό Λαογραφικό Αρχείο, Αθήνα.
Μάτσιας Χρήστος Μ., (1988). Πωγώνι – Δερόπολη, Ήθη- Έθιμα-Τραγούδια, β΄ έκδοση. Αθήνα-Γιάννινα: Δωδώνη.
Μπάρκας Παναγιώτης Ν. (2007). Τα λαογραφικά. Shtëpia Botuese e Librit Universitar, Tiranë
Νιτσιάκος Βασίλης, (1994). Ηπειρώτικη Μουσική Παράδοση. Πνευματικό Κέντρο Δήμου Ιωαννιτών, Ιωάννινα.
Νιτσιάκος Βασίλης, (1998). Πολυφωνικό τραγούδι: Προς μια νέα προβληματοθεσία, περ. Άπειρος 1, καλοκαίρι ’98. Άπειρος: Θεσπρωτία.
Νιτσιάκος Βασίλης, (2002). Πολιτικοποιώντας την παράδοση: Χρήσεις των πολυφωνικών τραγουδιών στην Ελλάδα και την Αλβανία. Επιστημονικό Συμπόσιο: Το παρόν του παρελθόντος Ιστορία, Λαογραφία, Κοινωνική Ανθρωπολογία. Εταιρεία σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και γενικής παιδείας.
Νιτσιάκος Β., Γκαρανάσης Κ., Αράπογλου Μ., Νομός Ιωαννίνων, Σύγχρονη Πολιτισμική Γεωγραφία. Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση, Ιωάννινα.
Παπαδόπουλος Αλ. Κ., (1994). Ο Αλβανικός Εθνικισμός και ο Οικουμενικός Ελληνισμός. Αθήνα
Περιστέρης Σπύρος (1950). “Δημοτικά τραγούδια Ηπείρου και Μωρηά”. Αθήνα. 
Πετρόπουλος Δημήτριος (). Ελληνικά Δημοτικά Τραγούδια, τ. Α΄, Β΄. Αθήνα.
Σαρακατσάνικα τραγούδια της Ηπείρου (1983). Αδελφότητα Σαρακατσαναίων Ηπειρωτών Αθήνας: Αθήνα.
Τσαγγαλάς Κωνσταντίνος Δ., (1988). Το δημοτικό τραγούδι και οι κοινωνικές του διαστάσεις, Α΄. Ιωάννινα
Τέντα Γεωργία, (1998). Δημοτικά πολυφωνικά τραγούδια Πολύτσανης Βορείου Ηπείρου, περ. Άπειρος 1, καλοκαίρι ’98. Άπειρος: Θεσπρωτία.
Υφαντή Νικολάου Θ., (1972). Ο Πωγωνήσιος γάμος. Λαογραφικές Συλλογές Αριστοτέλη Ν. Ζωίδη: Αθήνα.
Υφαντής Νίκος Θ., (2001). Το Σταυροσκιάδι στο Πάνω Πωγώνι. Ιωάννινα: Αδελφότητα Αθηνών & Εξωραϊστικού Συλλόγου Σταυροσκιαδίου
Φωτίου Παναγιώτης Σ. – Λύτης Νίκος Β., (1995). Δημοτικά Τραγούδια της Βορείου Ηπείρου. Αθήνα: Νεφέλη.  
Χασιώτης Γ. Χ., (1866). Συλλογή των κατά την Ήπειρον ΔημοτικώνΑσμάτων. Αθήνα.
Baud-Bovy S., (1984). Δοκίμιο για το ελληνικό δημοτικό τραγούδι. Ναύπλιο.
Baud-Bovy Samuel, (1971). Τραγούδια της Βορείου Ηπείρου και του Πόντου. Μετάφραση  Λάμπρου Λιάβα. Το άρθρο δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στο «Yearbook of the international Music Council» Vol. 3 -1971.
Philippe Laburthe – Tolra, Jean – Pierre Warnier, (2003). Εθνολογία Ανθρωπολογία, Αθήνα, Κριτική.
Σαρακατσάνικα τραγούδια της Ηπείρου. Αδελφότητα Σαρακατσαναίων Ηπειρωτών Αθήνας. Αθήνα.
Άπειρος 1, (καλοκαίρι 98). Τριμηνιαίο περιοδικό. Πολύδροσο Θεσπρωτίας
Άπειρος 2, (καλοκαίρι 99). Τριμηνιαίο περιοδικό. Πολύδροσο Θεσπρωτίας
Άπειρος 1, (Ιούλιος 2003). Τριμηνιαίο περιοδικό. Πολύδροσο Θεσπρωτίας
Πωγωνιακά χρονικά τόμος 1 Πωγωνήσια βιβλιοθήκη . Ιωάννινα
Πωγωνιακά χρονικά τόμος 2 Πωγωνήσια βιβλιοθήκη 7. Ιωάννινα 1996
Πωγωνιακά χρονικά τόμος 3 Πωγωνήσια βιβλιοθήκη . Ιωάννινα





Διαβάστηκε 18621 φορές Τελευταία τροποποίηση στις Τετάρτη, 12 Νοεμβρίου 2014 10:53

Σχετικά Άρθρα